Τον Οκτώβριο 2015 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η απελευθέρωση της Αθήνας, το 1944, από τα στρατεύματα κατοχής με γενικό τίτλο Η Αθήνα ελεύθερηhttp://freeathens44.org/ekdiloseis/

Griechenlandreise, EuropahilfeΗ ΟΠΙΔΟΥ αποφάσισε να εντάξει στις εκδηλώσεις Η Αθήνα Ελεύθερη, τη δουλειά της για το μπλόκο που προετοίμαζε, έχοντας την απόλυτη αυτοτέλεια ως προς το περιεχόμενο και τον τρόπο παρουσίασης.

Οι εκδηλώσεις της ΟΠΙΔΟΥ «Το Δουργούτι θυμάμαι το μπλόκο» έγιναν την Κυριακή 11 και τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015. Περιλάμβαναν:

Έκθεση φωτογραφίας από το συνοικισμό στα κενά καταστήματα της Πλατείας Ολοκαυτώματος Καλαβρύτων (και τις δύο μέρες).

Την Κυριακή έπαιζε και βίντεο με τις μαρτυρίες που είχε συλλέξει η ΟΠΙΔΟΥ, από την περίοδο της Κατοχής. Η Ομάδα Άστυ έκανε μια ιστορική περιήγηση που ξεκίνησε από την Πλατεία Μπλόκου Δουργούτι. Στην ίδια πλατεία έπαιξε η Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων, καθώς και συγκροτήματα και χορωδίες της περιοχής με μικρασιάτικα τραγούδια και αρμένικες μελωδίες. Το απόγευμα της Κυριακής η ΟΠΙΔΟΥ παρουσίασε τη δουλειά της βασισμένη σε ιστορικά κείμενα και προφορικές μαρτυρίες.

Τη Δευτέρα 12/10 επισκέφτηκαν την έκθεση φωτογραφίας σχολεία της περιοχής και τους έγινε σχετική ξενάγηση με θέμα το Μπλόκο.

Την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015 οι ΟΠΙΑ, ΟΠΙΚ και ΟΠΙΚΟ κάτω από τον γενικό τίτλο «Η Κατοχή και η απελευθέρωση στην Αθήνα μέσα από τις αφηγήσεις των κατοίκων της» παρουσίασαν τη δουλειάς τους στη Δημοτική Πινακοθήκη (Μεταξουργείο).

Παρουσίαση όλων των εκδηλώσεων μπορείτε να διαβάσετε και σε άρθρο του www.left.gr εδώ.

Η δουλειά των ομάδων στηριζόταν σε προφορικές μαρτυρίες. Ακολούθησε συζήτηση.

Παρακάτω μπορείτε να δείτε την παρουσίαση της ομάδας για τα πολιτικά της ΟΠΙΑ, στην εκδήλωση “Η Αθήνα Ελεύθερη”

Η Κατοχή και η Απελευθέρωση στην Αθήνα μέσα από τις αφηγήσεις των κατοίκων της

Εισαγωγή

Είμαστε η Άννα Τρίγκατζη και η Μάρω Κάτου από την Ομάδα Προφορικής Ιστορίας της Αθήνας (ΟΠΙΑ). Η ομάδα μας δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 2013 μετά από ένα επιμορφωτικό σεμινάριο οργανωμένο από την Τασούλα Βερβενιώτη σχετικά την προφορική ιστορία και τη μεθοδολογία της και τώρα αποτελείται από έντεκα μέλη.
Έχει πραγματοποιήσει και επεξεργαστεί 32 συνεντεύξεις ζωής από κατοίκους της Αθήνας, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Βritish Library. Αντίγραφο του ψηφιακού αρχείου φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων και σε σκληρό δίσκο της ομάδας.
Η σημερινή εισήγηση έχει ως αντικείμενο εκείνες τις αφηγήσεις από τις συνεντεύξεις της ΟΠΙΑ που αφορούν τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου της Κατοχής, της Απελευθέρωσης και των Δεκεμβριανών.
Βασιστήκαμε σε περίπου σαράντα συνεντεύξεις 25 από τις οποίες έχουν γίνει από τα μέλη της ΟΠΙΑ και αποσπάσματα από άλλες δεκαπέντε συνεντεύξεις γυναικών της Αντίστασης που προσέφερε από το προσωπικό της αρχείο η Τασούλα Βερβενιώτη. Επίσης χρησιμοποιούμε και ένα απόσπασμα από συνέντευξη που δόθηκε σε μαθητές του 54ου Γενικού Λυκείου Αθηνών στο πλαίσιο Ερευνητικής τους Εργασίας, την οποία επεξεργάστηκε η ΟΠΙΑ.
Οι συνεντεύξεις αυτές, όπως άλλωστε και η προφορική ιστορία συνολικά, δίνουν την ευκαιρία στον ερευνητή αλλά και σε κάθε έναν που θέλει να μάθει, να συμπληρώσει το ιστορικό κενό που αφορά την ιστορία της περιόδου που είχε αποσιωπηθεί λόγω του τραύματος του Εμφυλίου αλλά και λόγω του ότι έχει διακοπεί η προφορική παράδοση μέσα στην οικογένεια. Η προφορική ιστορία και η μελέτη των προφορικών μαρτυριών δίνουν ακόμα την ευκαιρία να βγουν στην επιφάνεια διαφορετικοί τρόποι ανάγνωσης του ίδιου γεγονότος, πράγμα που πιο δύσκολα συμβαίνει μέσα από τα επίσημα ιστορικά αρχεία, τα οποία χαρακτηρίζονται συνήθως από μια μονοδιάστατη οπτική. Το πρωτογενές υλικό λοιπόν των συνεντεύξεων και η επεξεργασία του συμβάλλει στην εμβάθυνση του αντικείμενου έρευνας, κινητοποιεί τον προβληματισμό, αποσπά από τα στερεότυπα και φέρνει στην επιφάνεια την ιστορία όχι μόνο του νικητή και ούτε μόνο του ηττημένου.
«Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας»
Τάκης Σινόπουλος, Φίλιππος
 

Πρώτες εντυπώσεις από τον πόλεμο και την κατοχή

Ο τορπιλισμός της Έλλης στην Τήνο το Δεκαπενταύγουστο που σήμανε την έναρξη του πολέμου της Ελλάδας με την Ιταλία, αποκτά βιωματική σημασία στα μάτια ενός δεκάχρονου παιδιού:
Και είδα το πλοίο που ανατιναζόταν και βυθιζόταν σιγά-σιγά αλλά και τον αλαλαγμό και τις φωνές που έτρεχε ο καθένας, γιατί ήθελε η χωροφυλακή… να μπούνε στα βαπόρια που ήταν αραγμένα στο λιμάνι, τρέχαμε, λοιπόν, όλοι, μας σπρώχνανε να πάμε στα βαπόρια, εγώ ήμουν κοντά στη μάνα μου, χάθηκε ο αδερφός μου ο Χρήστος, να κλαίει και να οδύρεται η μάνα μου, αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη του Δ.Ξ., 9/6/13).
Οι σειρήνες πάλι είναι το κοινό βίωμα του πολέμου για τους κατοίκους των πόλεων, ειδικά για εκείνους που δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην ενημέρωση, καθώς λίγοι έχουν ραδιόφωνο και τηλέφωνο. Όταν μπαίνουν οι Γερμανοί στην Αθήνα αντικρίζουν μια έρημη πόλη που τους παρακολουθεί σιωπηλή μέσα από τις γρίλιες των κλειστών πατζουριών κι αυτό για μια αντιστασιακή αφηγήτρια αποτελεί την πρώτη μορφή αντίστασης.
 

Αλλαγή στάσεων και ταυτοτήτων

Μέσα από την εμπειρία της κατοχής οι νέοι συνειδητοποιούνται: Τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν, αλλά, βλέποντας τους μεγάλους προβληματισμένους, ενηλικιώνονται. Όσο κι αν εκπλήσσει, η Κατοχή αποτελεί το κατώφλι για το πέρασμα των νέων από την ΕΟΝ του Μεταξά στην ΕΠΟΝ του ΕΑΜ. Τα στερεότυπα για τα φύλα καταρρέουν τόσο στον ενδυματολογικό κώδικα, καθώς μέσα στην ανέχεια της Κατοχής εξαφανίζονται τα καπέλα, όσο και στα ήθη, καθώς για τις οργανωμένες κοπέλες ο γάμος (με συναγωνιστές τους) αποτελεί το μέσο για να ξεφύγουν από τον περιορισμό της οικογένειας και να κάνουν ελεύθερα διαφώτιση. Και, έτσι, «πάνε» και τα προξενιά. Τα κορίτσια που αρχικά είχαν βοηθητικό ρόλο στον αντιστασιακό αγώνα, μέσω της Λεύτερης Νέας, της μόνης γυναικείας οργάνωσης του ΕΑΜ/ΚΚΕ, ανταγωνίζονται τα αγόρια και αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες στη Φοιτητική Λέσχη του Πολυτεχνείου.
 

Η πείνα και η μαύρη αγορά

Η εικόνα του θανάτου στην Κατοχή εντυπώνεται ως προσωπικό αλλά και συλλογικό βίωμα στις παιδικές συνειδήσεις: δρόμοι σπαρμένοι πτώματα «πρησμένα, πράσινα, κρυσταλιασμένα» που τα μαζεύουν με τα καροτσάκια, αλλά δεν δηλώνονται, ώστε να κρατήσει η οικογένεια το συσσίτιο· οικόπεδα που γίνονται νεκροταφεία για τους νεκρούς που δεν έχουν «χαρτιά». Η οργανωμένη στην Αλληλεγγύη και στη Μαθητική Νεολαία νέα παρακολουθεί την ταξική πορεία του θανάτου: πρώτα εξαφανίζονται οι οικογένειες από τα φτωχόσπιτα και στη συνέχεια η πείνα χτυπά και τα αστικά σπίτια.
Η εξαφάνιση των τροφίμων συνοδεύεται από την εμφάνιση του πληθωρισμού και τη μαύρη αγορά. Τα παιδιά κατανοούν την οικονομία του πληθωρισμού με την τιμή του ψωμιού: «Η Μαύρη Αγορά ήταν κάτι το τραγικό: τη μια μέρα η δραχμή είχε αξία μπορούσες να πάρεις ένα κιλό ψωμί με 10 δραχμές φερ’ ειπείν, την άλλη είχε 12, την άλλη είχε 15». Κι έτσι φεύγουν τα υφάσματα για τα κουστούμια του μπαμπά και τα χρυσαφικά της μαμάς και ειδικά εκείνο το μεγάλο διαμάντι. Περιουσίες ολόκληρες, το «σπίτι της Ιουλιανού» δίνεται για να εξασφαλιστεί «ένα τσουβάλι αλεύρι, ένα τσουβάλι φασόλια, ένα τσουβάλι φακές, ένα τσουβάλι … ρεβίθια» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Ε.ΜΠΟΥ., 20/2/14).
Γονείς, γείτονες και φίλοι φροντίζουν για την εξασφάλιση των προς το ζειν: οι καλές σχέσεις του σιδηροδρομικού πατέρα σε κάθε σταθμό, ο λαδέμπορας νοικάρης, η μητέρα που ανεβαίνει στα τρένα και γυρνάει με σακιά πατάτες «τις μισές σάπιες», το ταξίδι του πατέρα στους Μολάους, φέρνουν στο τραπέζι της οικογένειας αλλά και των γειτόνων όσπρια, σιτάρι, τενεκέδες με λάδι και αρμαθιές σύκα:
Την άλλη μέρα ξεκίνησε ο αδερφός μου ο Γιώργος με τον πατέρα μου και πήγανε με το καρότσι να κόψουν ξύλα στη Ραφήνα. Στο Σταυρό της Αγίας Παρασκευής υπήρχε έλεγχος από Γερμανούς. Αυτοί πήγαν εκεί, φόρτωσαν το κάτω καρότσι με μπετόνια λάδι και σύκα και από πάνω βαλαν τα ξύλα, ε… ιδρωμένοι, καταϊδρωμένοι τόσα χιλιόμετρα, ερχόντουσαν με τα πόδια, περάσανε και το… Είδαν τα ξύλα οι Γερμανοί και τους αφήσανε
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη του Δ.Ξ., 9/6/13).
Έτσι, μέσα από το δίκτυο των προσωπικών σχέσεων αναπτύσσεται η γκρίζα ζώνη της μαύρης αγοράς, η οποία παρά τις αρνητικές συνυποδηλώσεις αποτέλεσε, στην πραγματικότητα, αναγκαία προϋπόθεση της επιβίωσης· κάποιοι το λένε καθαρά, κάποιοι το παρουσιάζουν ως πράξη αλληλεγγύης: η μητέρα χώνει «κάτω από τη μασχάλη ένα μπουκάλι λάδι, μια τσαπέλα σύκα» και τα πηγαίνει «εκεί που έχει ανάγκη». Τα πορτοκάλια από τον Πειραιά που εκτίθενται μέσα σε καλαθάκια στο παράθυρο, αγοράζουν ένα μπουκάλι λάδι και αυτό σταδιακά αβγατίζει και γίνεται τενεκές.
«Δεν υπήρχε μέσον συγκοινωνίας» και έτσι οι μεταφορές των εμπορεύσιμων αγαθών γίνονται με τα πόδια «τα έφερνα με τα χέρια μου απ’ τον Πειραιά, ναι, σιγά σιγά ξεκίναγα πρωί κι έφτανα το βράδυ»
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Β.Λ., 1/9/89).
Η διαδρομή Γκύζη-Πεντέλη για ξύλα γίνεται νύχτα και «μπορεί να κρυβόντουσαν στο βουνό και δύο και τρεις μέρες μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Οικογένειας Χ. 17/11/13).
Όταν όμως είσαι ξένος, είσαι αποκομμένος από τα δίκτυα της μαύρης αγοράς, όπως η οργανωμένη στην ΟΚΝΕ καθηγήτρια που έχει πάρει δυσμενή μετάθεση στο Αίγιο: «…δεν ξέραμε και κανέναν εκεί, τότε κατάλαβα τι είναι πείνα. Δεν μπορούσαμε να βρούμε ν’ αγοράσουμε τίποτα» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Ε.Κ., 18/11/89).
Τα συσσίτια Τον δραματικό χειμώνα του ’41 γίνεται έντονο το αίτημα για οργάνωση συσσιτίων. Το δελτίο που παρέχει η κατοχική κυβέρνηση το ’43 δεν επαρκεί και έτσι, μόλις η δεκάχρονη αφηγήτρια -ένα από τα παιδιά της Αντίστασης- μαθαίνει πως δίνεται παιδικό δελτίο σε ένα αρχοντικό της Ερμού κατεβαίνει απ’ τους Αμπελοκήπους με τα πόδια. Πενία τέχνας κατεργάζεται και ο οκτάχρονος αφηγητής χρησιμοποιεί την επινοητικότητά του, για να εξασφαλίσει και μια μερίδα για τους γονείς:
Στην έξοδο με ρωτούσαν: «Πού είναι η καραβάνα σου;», «Την έχει ο αδελφός μου». Πήγαινα στην κάτω πλευρά του κτιρίου και περίμενα καρτερικά. Εκείνος έτρωγε και ζητούσε περίσσευμα και πλησίαζε το παράθυρο, έβγαζε την καραβάνα έξω, μάζευα το σκοινί και στην επόμενη γωνία του δρόμου έβρισκα τον αδελφό μου και παίρναμε φαγητό στο σπίτι
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη του Δ.Φ., 1/1/13 ).
Συσσίτια οργανώνονται σταδιακά από το ‘42 και στους μαζικούς εργασιακούς χώρους. Στα εργοστάσια γίνονται στάσεις εργασίας με αίτημα την παροχή συσσιτίου. Αλλά προηγουμένως που δεν υπάρχει ακόμη «οργάνωση», στο υφαντουργείο του Δρακόπουλου διεκδικούν «αυθόρμητα» και εξασφαλίζουν ένα συσσίτιο: «Βράσαμε τα λάδια των μηχανών που λαδώναμε τα μηχανήματα […] με πορτοκαλόφλουδες τα καζάνια μέσα, για να μη μυρίζουνε και μας βάζανε απ’ αυτό μέσα στο φαί» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Β.Λ., 1/9/89).
Στο υφαντουργείο Δρακόπουλου ο θυρωρός πιάνει την κυρία Πολυξένη με τα τέσσερα παιδιά που «δεν ήξερε τι να τα κάνει» με ένα μπουκαλάκι «απ’ αυτό που βάζουμε μανόν για τα νύχια μας» με το αδρακτέλαιο του συσσιτίου και τη διώχνουνε απ΄ τη δουλειά (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Β.Λ., 1/9/89).
Δεν λείπουν και οι γκρίνιες μεταξύ των εργατών, αλλά η εργοδοσία στην τσιγαροποιία Καραβασίλη είναι δίκαιη κι έτσι για την αντιστασιακή εργάτρια που έχει βάρδια στην επιτροπή συσσιτίου του εργατικού συνεταιρισμού, ανατρέπονται τα δεδομένα και η συκοφαντία γίνεται αφορμή για τιμητική παράταση της βάρδιάς της.
 

Οδύνη βιωμένη – Οδύνη αφηγημένη

Η γερμανική κατοχή έχει αποτυπωθεί στη μνήμη των αφηγητών με μελανά χρώματα: Οι Γερμανοί καίνε ζωντανούς τους τρόφιμους ψυχιατρείου στη Σούδα, «γιατί δεν θέλανε να έχουν αρρώστους», φυλακίζουν, βασανίζουν και εκτελούν τους αντιστασιακούς. Αλλά με ακόμη μελανότερα χρώματα σκιαγραφείται η δράση των Ελλήνων συνεργατών τους, των ταγματασφαλιτών ή γερμανοτσολιάδων που εισβάλλουν στα σπίτια, πλιατσικολογούν, συλλαμβάνουν και εκτελούν αντιστασιακούς για αντίποινα ή τους σκοτώνουν στο ξύλο στα γραφεία της Μέρλιν. Η αφηγήτρια -παιδί για θελήματα, με αδέρφια οργανωμένα στην Αντίσταση- τρέχει παντού με ένα κατσαρολάκι φαΐ και παρατηρεί από κάποια απόσταση τα οικογενειακά δράματα:
Ήτανε Άνοιξη σου λέω, ήτανε αρχές Ιουνίου, και φορούσα ένα καλοκαιρινό φουστανάκι και είχα πάρει μαζί μου όμως ένα ζακετάκι […]. Ξέχασα το ζακετάκι εκεί και φύγαμε. Βγαίνοντας από την πόρτα, οπ, λέω εγώ, το ζακετάκι μου. Ξαναμπαίνω μέσα όπου είδα τους ταγματασφαλίτες να κουβαλάνε δυο ανθρώπους πούχανε βασανίσει… και ήτανε πτώματα, και μάλιστα με κρατήσανε έξω από μια πόρτα για να περάσουνε. Πηγαίνοντας στο γραφείο όπου θυμάμαι ότι είχα ξεχάσει το ζακετάκι μου, είδα μια ανοιχτή πόρτα, εμείς τότε φορούσαμε πέδιλα που τα έφτιαχνε ο τσαγκάρης από σαμπρέλες […]. Κι είδα τα πόδια του αδελφού μου, μ’ αυτά τα πέδιλα, από μια ανοιχτή πόρτα. Δεν είδα τίποτ’ άλλο
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ., 19/3/14).
 

Σκηνές αντίστασης

Η πείνα, η βία και η κοινωνική αδικία σπρώχνουν τους νέους στην Αντίσταση. Για εκείνους έρωτας και θάνατος πηγαίνουν μαζί: «Μας καλούσανε να πεθάνουμε και πηγαίναμε σαν να μας έλεγαν «ελάτε να φάτε». […] Γίνονταν ωραίοι έρωτες, γιατί πήγαιναν μαζί στο Θάνατο. Ο θάνατος δεν είχε την έννοια του θανάτου. Είχε την έννοια της ζωής. Πηγαίναμε να πεθάνουμε για την ωραία ζωή», αφηγείται η Διδώ Σωτηρίου (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη 1/4/89). Οι οπτικές διαφοροποιούνται ανάλογα με την ένταξη ή μη των αφηγητών. Η προοδευτικών πεποιθήσεων αφηγήτρια -νεαρή στην Κατοχή- αποδίδει τη μη ένταξή της στην ελευθερία που παρείχε η μεγαλούπολη: «μπορούσες στην Αθήνα να έχεις το πιστεύω σου, χωρίς να είσαι υποχρεωμένη να πας να γίνεις…, γιατί στα χωριά έπρεπε να πεις, ή είμαι με το ΕΑΜ, ή είμαι με τους Δεξιούς τους λεγόμενους» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Ε.ΜΠΟΥ., 20/2/14).
Αντίθετα, για εκείνους που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ η ροή ήταν αυτονόητη:
«Μου είπε για τα ιδανικά της ισότητας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και εγώ συγκινήθηκα τόσο πολύ και ενθουσιάστηκα και είπα «Μα καλά γιατί δεν τα φωνάζετε σε όλο τον κόσμο; Όλοι θα είναι σύμφωνοι. Πρέπει να τα μάθουν όλοι»
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Μ.Κ., 9/9/88).
Τα σχολικά συσσίτια του Ερυθρού Σταυρού, οι εκδρομές των φοιτητών, τα νεανικά πάρτι που κάνουν είτε αριστερές οργανώσεις είτε αριστεροί αγωνιστές αποτελούν τρόπους ένταξης στην ΟΚΝΕ, την ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ: «χορεύαμε και παίζαμε και την μπουκάλα, νέοι ήμασταν κάναμε και τέτοια. Απαγγέλλαμε, δημιουργούσαμε τη διάθεση του αγώνα, του ομαδικού αγώνα όλα αυτά μαζί και μ’ αυτά που θέλανε οι νέοι» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Φ.Λ., 16/6/87).
Συνθήματα στους τοίχους και πανό στα Εξάρχεια, κρυμμένα όπλα και χειροβομβίδες για το βουνό, προειδοποιήσεις και ξυλοδαρμοί των προδοτών -όπως κοριτσιών που πηγαίνουν με Γερμανούς- και εκτελέσεις συνεργατών των Γερμανών αποτελούν πρακτικές της Αντίστασης στην Αθήνα.
Απέναντι στις εργατικές διεκδικήσεις στα εργοστάσια η στάση της εργοδοσίας ποικίλλει: Στην τσιγαροποιία Καραβασίλη τα προβλήματα λύνονται εσωτερικά, χωρίς την επέμβαση των Γερμανών:
Βγάζαμε ένα ποσόν τσιγάρα για τους Γερμανούς. Και μάλιστα, όταν κάναμε απεργίες αφήναμε ένα 10% εργαζόμενους να βγάζουν τα τσιγάρα των Γερμανών. Δε μας συνέφερε να κάνουμε επίσημα σαμποτάζ στους Γερμανούς […] Να σου πω, δεν κάναμε απεργίες […] Κάναμε στάση εργασίας. Λευκή απεργία το λέγαμε. Δηλαδή καθόμαστε στη θέση μας και δε δουλεύαμε», ενώ στου Παπαστράτου «οι Γερμανοί κρεμάσανε δυο μηχανικούς μέσα στο εργοστάσιο», επειδή ήταν οργανωμένοι
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ., 23/6/13).
Εκτελέσεις από τους Γερμανούς και βασανιστήρια στην ασφάλεια περιμένουν τους φοιτητές που πηγαίνουν να ενισχύσουν την απεργία της εριουργίας του Μποδοσάκη στον Περισσό. Μιας φοιτήτριας, «είχαν γδάρει την πλάτη της, την είχαν χαρακώσει, αλάτια μέσα, την είχαν κουρέψει γουλί» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Β.Λ., 1/9/89).
Οι τελευταίες μέρες της Κατοχής σημαδεύονται από τις μάχες του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των συνοικιών, τα μπλόκα των Γερμανών, τη δράση των δοσίλογων που βγαίνουν με τις κουκούλες και δείχνουν με το δάχτυλο. Ανάμεσα στα γεγονότα που μας διηγούνται οι αφηγητές μας, η αμφιλεγόμενη ως προς την ταυτότητα των θυμάτων εκτέλεση στα Τουρκοβούνια τον Σεπτέμβριο του ’44, την οποία μαρτυρεί ακόμη και σήμερα ο μυστηριώδης ανώνυμος ομαδικός τάφος. Από την ελεύθερη περιοχή του Γκύζη κατεβαίνει νύχτα ο αφηγητής με τη διμοιρία του Πολυτεχνείου του Λόχου Σπουδαστών του ΕΛΑΣ, στην Αθήνα, στα Εξάρχεια: «γράφαμε στους τοίχους, βγάζαμε ή χωνί ή τηλεβόα, τώρα πια οι εκδηλώσεις αυτές γινότανε με ένοπλη συνοδεία» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη του Φ.Τ., 20/2/14).
Όταν πρωτοπηγαίνει η Διδώ Σωτηρίου στο παράνομο τυπογραφείο στη Νέα Ελβετία, περνάει «σύνορα»: «μας σταμάτησαν στο γεφύρι που ήταν τα σύνορα και χωρίζονταν οι ανατολικές συνοικίες από το Ζάππειο. Μόλις περάσαμε το γεφυράκι, αμέσως είδαμε τον Ελασίτη […] Και είπαμε σύνθημα, παρασύνθημα» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη 1/4/89).
Και το Δουργούτι το καίνε, γιατί όλο σχεδόν το 44 «ήταν ελεύθερη Ελλάδα δεν μπορούσε να πατήσει Γερμανός» λόγω της δράσης του ΕΛΑΣ και γι’ αυτό «τους ήταν καρφί στο μάτι» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Κ.Μ., 30/5/95).
 

Η Απελευθέρωση

Η απελευθέρωση της Αθήνας είναι μια οριακή στιγμή για όλους τους κατοίκους της, τόσο του κέντρου όσο και των συνοικιών. Μια νεαρή –τότε- φοιτήτρια, αφηγείται:
«Εκείνη την ημέρα είχα κατεβεί στην Αθήνα στο κέντρο της Αθήνας και σε κάποια στιγμή… Κοιτάχτε, κοιτάχτε δεν υπάρχει σημαία! Και ξαφνικά στη Σταδίου κατέβηκε, εκεί που ήταν η εφημερίδα Ελευθερία, κατέβηκε μια μεγάλη γερμανική σημαία. Θυμάμαι την ταραχή που αισθανθήκαμε όλοι την ημέρα εκείνη… Ήδη έχανε φύγει οι γερμανοί.»
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Σ.Τ., 10/3/1988)
Μια άλλη, οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, μας είπε:
«τη βραδιά της απελευθέρωσης σηκωθήκαμε εμείς, πήγαμε και ανάψαμε φωτιές στον τομέα που είμαστε, σαν πανηγύρι για τον κόσμο, ότι φύγανε οι γερμανοί.. Και αυτό ήτανε κάτι πάρα πολύ όμορφο. Σε όλο τον τόπο άναψαν αυτές τις φωτιές».
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Π.Χ., 1/3/1995)
Στις διαδηλώσεις που ακολουθούν τις ημέρες της απελευθέρωσης συμμετέχουν όλοι και οι οργανωμένοι που κατεβαίνουν στο κέντρο συντεταγμένοι, αλλά και ένας ανοργάνωτος νεαρός που παράκουσε την εντολή της μάνας του και πήγε, αλλά τρόμαξε από την «οχλαγωγία και τις ζητωκραυγές» και έφυγε:
[Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβρη του 44, θυμάστε κάποιες από αυτές τις στιγμές;]
«Βεβαίως θυμάμαι -μπορώ να μη θυμάμαι- πολλά θυμάμαι! Κατά αρχήν ήταν μια οχλαγωγία όχι οχλαγωγία, μια ζητωκραυγή όλη η Αθήνα φωνές παντού και παντού για την απελευθέρωση να βγαίνουν έξω ο κόσμος να χειροκροτάει. Ήταν κάτι το… θυμάμαι μια συγκέντρωση που έγινε. Θα μιλούσε ο Παπανδρέου, ο γέρος της Δημοκρατίας, θα μιλούσε από το μπαλκόνι της Μεγάλης Βρετάνιας ερχόμενος από την Αίγυπτο που είχανε πάει εξορία και παρά την αυταρχικότητα της μάνας μου, δεν μας άφηνε, εγώ την κοπάνησα και πήγα. Αλλά είδα τέτοιο κόσμο που τρόμαξα κι σηκώθηκα σιγά-σιγά μη γίνει κανένα επεισόδιο και έφυγα στο σπίτι, χωρίς να ακούσω την ομιλία του Γεωργίου Παπανδρέου, την άκουσα όταν ήμουν μεγάλος. Αυτή ήταν η εμπειρία μου σχετικά με την απελευθέρωση
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη του Δ.Ξ., 9/6/2013).
Το ‘βάρος’ των γεγονότων της κατοχής όμως ήταν μεγάλο και εκδηλώθηκε εκρηκτικά. Κυρίως η βία που είχαν υποστεί τα μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων οδήγησε σε ένα άλλο ξέσπασμα βίας. Στην Καλογρέζα, η Αθηνά αναφέρεται σε πράξεις αντεκδίκησης απέναντι στους δοσίλογους:
Είχαν πιάσει καταδότες και τους είχανε φυλακίσει οι αντάρτες, τους είχανε ξυλοφορτώσει οι κάτοικοι αυτούς… Θυμάμαι που μούλεγε η μαμά μου ότι πηγαίναν και τους φτύνανε, ας πούμε. Και κείνη πήγε και δεν τ’ άντεξε να τους φτύσει. Γιατί ήτανε τόσο χάλια που σηκώθηκε κι έφυγε. Παρότι είχε θύμα η μάνα μου. Και λέει δεν αξίζει τον κόπο να συνεχίζουμε αυτό το σκηνικό
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Α.Π., 22/3/2014).
 

Τα Δεκεμβριανά

Το σκηνικό όμως συνεχίστηκε πιο έντονο –και όχι μόνο με φτυσίματα- το Δεκέμβρη 1944, με τη μάχη της Αθήνας.
Οι συνοικίες της πόλης ήταν πολιτικά και ταξικά χωροθετημένες: «το Κολωνάκι και του Μακρυγιάννη δεν τα πήραμε ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ», είπε η Πάτρα. Η νεαρή Μυρτώ που έμενε στα Εξάρχεια, ψηλά προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, βρισκόταν σε διασταυρούμενα πυρά. Τα Εξάρχεια ήταν αριστεροί, ενώ κάτω μέχρι τη Σχολή Ευελπίδων ήτανε οι δεξιοί: «Στο πάρκο δεν πρόφθανες να περάσεις γιατί κι η Κυψέλη ήταν αριστερή».
Παράλληλα αλλάζουν και οι χρήσεις των τόπων. Ο ΕΛΑΣ κατέλαβε το σπίτι ενός αστυνομικού και το μετέτρεψε σε γραφεία του. Τα γωνιακά σπίτια ήταν τα πιο ευάλωτα: «Μπορούσαν να σου πάρουνε το σπίτι, επειδή ήταν γωνιακό, να το τινάξουνε για να κάνουν οδοφράγματα» είπε η Μυρτώ και συμπλήρωσε ότι τα μπροστινά δωμάτια (τα καλά) δεν τα χρησιμοποιούν.
Και οι κοινωνικοί φυλετικοί ρόλοι επανακαθορίζονται. Στην αρχή κάποιες νεαρές επονίτισσες έκαναν τις νοσοκόμες ή συγκέντρωναν λάδι και τσιγάρα για τους αντάρτες. Όσο όμως οι μάχες εντείνονταν η απόσταση από το να κρατάνε το τηλέφωνο μέχρι να κρατούν όπλο μίκραινε: «Τί θα φάνε, αν θα φάνε, τα τηλέφωνα, τα μηνύματα. Για όποιο πράγμα δεν υπήρχε αρμόδιος το έκανα εγώ». Και συνεχίζει: «Εγώ δεν είχα αίσθηση του κινδύνου και κράταγα τις δύο νάρκες. Μου λέει ο Βαμβακάς που καταλάβαινε τι σήμαινε να κουβαλάς δύο νάρκες. Γεια σου βρε Μαρίααα. Εγώ δεν αισθανόμουν ότι κάνω κάτι»
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες το να ζήσεις ή να πεθάνεις ήταν εντελώς συμπτωματικό και η θέα των νεκρών, των πτωμάτων, κάτι το σύνηθες. Ο στίχος του Σεφέρη «ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας» απηχεί την απόλυτη πραγματικότητα που μεταβιβάζεται και στις επόμενες γενιές.
Ο μπαμπάς μου μούχε πει ότι όταν έβρεξε, έβρεξε, και τα πτώματα τα κατέβασε τουμπανιασμένα στου Γκύζη το ρέμα, γιατί, ήταν τόσο πολλοί οι νεκροί που κατεβαίναν τουμπανιασμένα και ο πατέρας μου επειδή αυτοί γυρνάγανε και μπαίνανε στα σπίτια με κλωτσιές και όποιον βρίσκαν παιδάκι, αγόρι το καθαρίζαν κατ’ ευθείαν και ο πατέρας μου για να γλιτώσει, έζησε κάτω απ’ τα πτώματα τρεις μέρες, από αυτά τα τουμπανιασμένα πτώματα
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της οικ. Χ, 17/11/2013).
Αλλά η ζωή συνεχίζεται και τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν, ενώ:
Από πάνω να έρχονται τα αεροπλάνα και να πέφτουνε πυροβολισμοί. Ρίχνανε οβίδες. Ήμασταν καμιά 15αριά στο πεζοδρόμιο αυτό το οποίο παίζαμε 2-2 την ντάμα ή την τρίλιζα. […] Ύστερα βρίσκαμε στο δρόμο ε….. ή χειροβομβίδες ή βλήματα και κοιτάγαμε πώς να τα βγάλουμε. […] Βγάζαμε λοιπόν το βλήμα και παίρναμε το μπαρούτι από μέσα, από το βλήμα. Το μπαρούτι αυτό το κάναμε, όπως είναι το Πάσχα, που χτυπάνε τις στρακαστρούκες»
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη του Δ.Ξ., 9/6/2013).
 

Οι μνήμες

Και οι μάχες του Δεκέμβρη τελείωσαν, αλλά ο πόλεμος δεν τελείωσε, γιατί κανένας πόλεμος δεν τελειώνει. Μένουν οι μνήμες.
Οι μνήμες κυρίως για όσους διώχτηκαν είναι συγκεχυμένες. «Εγώ δεν ξέρω πού να τα κολλήσω. Είμαι χύμα», είπε η νεαρή που έγινε επονίτισσα αμέσως μετά την απελευθέρωση. Μια άλλη πιο πολύπαθη μας είπε: «Ψάχνω να βρω από αυτή την περίοδο και δε θυμάμαι τίποτα». Μια νεαρή τότε κοπέλα προσπαθεί να θυμηθεί το έγινε μετά την εκτέλεση του αδελφού της:
Η μητέρα μου δεν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, για μήνες μπορώ να πω, όταν έμαθε ότι σκοτώθηκε ο αδελφός μου. Ο πατέρας μου δεν έπεσε στο κρεβάτι. Έκανε βόλτες αναστενάζοντας. Η αδελφή μου ήταν χαμένη βέβαια γιατί δεν μπορούσε να εμφανιστεί. Κι εγώ μικρό παιδί… ούτε ξέρω τι έκανα. Δεν θυμάμαι τι έκανα. Τι τρώγαμε… Φαντάζομαι ότι απ’ τους από κάτω θα τρώγαμε
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Μ.Α., 19/03/2014).
Kάποιοι φαίνεται ότι θυμούνται αλλά δεν θέλουν να μιλήσουν: «Ο άντρας μου δεν μίλησε ποτέ για ποια νησιά επήγε και ποτέ για το πώς πέρασε. Από διάφορες όμως φωτογραφίες που έστελνε στη μητέρα του κλπ ξέρω ότι επήγε Αι Στράτη, επήγε Ικαρία» (Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της Ε.Μπου., 20/2/2014). Δεν μίλησε ούτε στα παιδιά του.
Σε μια άλλη οικογένεια Η μεγάλη αδελφή που έπαιζε το ρόλο της μάνας εξήγησε στα μικρότερα αδέλφια: «και από δω και πέρα δε θα μιλάτε! Ο Δημητρός σκοτώθηκε παίζοντας μπάλα!» . Όσο όμως και να τις σκεπάσεις οι μνήμες ακολουθούν υπόγειες διαδρομές. Ο αδελφός του Δημητρού λίγο πριν πεθάνει είπε:
«Ο Δημητρός με περιμένει! Είναι ΟΛΟ το άγημα, ΟΛΑ τα παιδιά, ο Δημητρός είναι πρώτος! Τον βλέπω! Με τις μπότες του, τις ε αυτές τις γερμανικές μπότες που έχει πάρει απ’ αυτόν τον Γερμανό, και ε, με περιμένουν κι εμένα! Είναι ΟΛΟ το άγημα εκεί! Όλα τα παιδιά! Εκεί πηγαίνω κι εγώ!»
(Αρχείο ΟΠΙΑ, συνέντευξη της οικ. Χ, 17/11/2013).