Καθώς ένα πρόγραμμα προφορικής ιστορίας είναι μια περίπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία, η πρώτη ερώτηση που θα κάνει ένας δάσκαλος είναι γιατί να το περιλάβει στο σχολικό πρόγραμμα. Μπορούμε να συνοψίσουμε τα παιδαγωγικά επιχειρήματα.
• ένα πρόγραμμα προφορικής ιστορίας προσφέρει ένα συγκεκριμένο στόχο και προσφέρει άμεσα κάτι απτό.
• Προάγει τη συζήτηση και τη συνεργασία.
• Βοηθάει τα παιδιά να αναπτύξουν
• τις γλωσσικές τους ικανότητες,
• ένα κριτήριο για το τι συνιστά τεκμήριο (ιστορική πηγή),
• την κοινωνική τους ευαισθησία και
• δεξιότητες στη χρήση των μηχανημάτων.
Για τους καθηγητές, τα προγράμματα προφορικής ιστορίας έχουν επιπλέον το πλεονέκτημα ότι ανοίγουν το δρόμο για τη διερεύνηση ζητημάτων τοπικής ιστορίας.
Έχουν όμως χρησιμοποιηθεί με επιτυχία και στη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας, των κοινωνικών επιστημών, της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, της γεωγραφίας, των θρησκευτικών και με μορφές που ποικίλλουν σε κάθε στάδιο της κοινωνικής και διανοητικής ανάπτυξης των παιδιών μεταξύ 5 και 18 ετών. […]

Οι αναμνήσεις και οι σκέψεις των ανθρώπων αποτελούν μια από τις πλουσιότερες πηγές πληροφόρησης για το πρόσφατο παρελθόν. Εφόσον χρησιμοποιηθεί προσεκτικά και επιλεκτικά, η προφορική ιστορία μπορεί να δώσει χρώμα και βάθος στο μάθημα της ιστορίας. Οι μνήμες των οικογενειών, των φίλων και των μελών της σχολικής κοινότητας μπορούν να προσθέσουν μια νέα διάσταση στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά κατανοούν την ιστορία.

 

Συλλέγοντας ιστορικά τεκμήρια

Κάθε σχολικό πρόγραμμα προφορικής ιστορίας βοηθά τα παιδιά να κατανοήσουν πολύ καλύτερα τη φύση των τεκμηρίων, επειδή εμπλέκονται άμεσα στη συλλογή τους. […] Συλλέγοντας ιστορίες και αναμνήσεις –για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι στο παρελθόν, πως ντύνονταν, ποια ήταν τα παιγνίδια των παιδιών, πως άλλαζε το τοπίο- όσο πρωτόγονες κι αν είναι οι συνεντεύξεις τους και οι τεχνικές ηχογράφησης που χρησιμοποιούν, τα παιδιά συλλέγουν τεκμήρια. Και ταυτόχρονα εμπλέκονται δημιουργικά στην αξιολόγησή τους.
Αντιμετωπίζουν βασικά ζητήματα:
• πότε να πιστέψουν μια πληροφορία και
• πότε να αμφιβάλλουν γι αυτήν και
• πώς να οργανώνουν την παρουσίαση ενός συνόλου γεγονότων.
Μέσα από την ενεργητική και πρακτική συμμετοχή τους βιώνουν την ιστορία ως μία διαδικασία αναδημιουργίας του παρελθόντος. Σαν νέοι αρχαιολόγοι προμηθεύονται με φτυάρια, αντί να παρακολουθούν διαλέξεις και στέλνονται σαν ιστορικοί ερευνητές στα ανοιχτά ορυχεία της ιστορικής γνώσης. Και επειδή συγκεντρώνουν στοιχεία από πηγές που δεν έχουν χρησιμοποιήσει οι επαγγελματίες, έχουν την ευκαιρία να ανασυνθέτουν αυτά τα νέα τεκμήρια σε ένα εντελώς δικό τους δείγμα ιστοριογραφίας αναμνήσεις ενός προπάππου από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή μνήμες ενός γείτονα για έναν δρόμο πριν πενήντα χρόνια-, κάτι το μοναδικό, που από μόνο του ενθουσιάζει τα παιδιά και τους δίνει ένα ιδιαίτερο αίσθημα ικανοποίησης.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν διάφορες δεξιότητες. Κατ΄ αρχάς τις ερευνητικές δεξιότητες. Από τη στιγμή που οι μαθητές αρχίζουν να παίρνουν συνεντεύξεις, η επιθυμία να βρουν ακόμα περισσότερα στοιχεία από άλλες πηγές μπορεί να είναι πολύ ισχυρή, και να τους οδηγήσει να ψάξουν στις σχολικές ή τοπικές βιβλιοθήκες για βιβλία, και μέσα από αυτό να μάθουν τεχνικές όπως η χρήση των ευρετηρίων των βιβλίων ή των καταλόγων των βιβλιοθηκών. Μαθαίνουν μέσα από μια ποικιλία τεχνικών, όχι μόνο από τις συνεντεύξεις.

Αναπτύσσοντας τις γλωσσικές ικανότητες

Επίσης το πρόγραμμα μπορεί να προσφέρει σημαντική βοήθεια στην ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων. Αυτό αφορά τόσο το γραπτό όσο και τον προφορικό λόγο. Πριν πάρουν συνέντευξη, τα παιδιά πρέπει να συζητήσουν μεταξύ τους ποια είναι η καλύτερη διατύπωση των ερωτήσεων που θέλουν να θέσουν. Όταν ακούσουν πάλι τις ηχογραφημένες συνεντεύξεις, μπορούν να ασκήσουν και κριτική στον τρόπο με τον οποίο τέθηκαν οι ερωτήσεις. Όταν παίρνουν συνέντευξη, πρέπει να μάθουν να ακούν άλλους ανθρώπους και να καταλαβαίνουν τι ακριβώς θέλουν να πουν. Αυτό μπορεί να απαιτήσει έντονη συγκέντρωση. Χωρίς να το συνειδητοποιούν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα κατανόησης του σχολικού βιβλίου.

Την ίδια στιγμή, παίρνοντας συνέντευξη από κάποιον ή δίνοντας τα ίδια συνέντευξη, τα παιδιά αποκτούν αυτοπεποίθηση στο να εκφράζονται μέσω της γλώσσας. Αυτό μπορεί να μεταφερθεί από τον προφορικό στο γραπτό λόγο, για παράδειγμα όταν τα βάζουμε να γράφουν αυτό που ακούν από μια κασέτα ή, αντίστροφα, χρησιμοποιώντας την απομαγνητοφώνηση μιας συνέντευξης ως αφετηρία για μια συζήτηση. Θα μπορούσαν ίσως να συζητήσουν για τις διαφορές μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου. Σε ένα επόμενο στάδιο του προγράμματος μπορούν να συνεχίσουν με διάβασμα σε μια βιβλιοθήκη, και να προχωρήσουν σε μια γραπτή παρουσίαση του προγράμματος συμπεριλαμβάνοντας απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα των συνεντεύξεων.

Δημιουργικός χειρισμός μηχανημάτων

Τα παιδιά θα μάθουν επίσης να χειρίζονται μηχανήματα, εφόσον χρησιμοποιούν υπολογιστές και μαγνητόφωνα. […] Παρομοίως μια βιντεοκάμερα θα μπορούσε να φανεί πολύ χρήσιμη.
Αυτές οι ικανότητες μπορούν να αναπτυχθούν κι άλλο στην παρουσίαση του προγράμματος: για παράδειγμα δημιουργώντας μια κασέτα με αποσπάσματα από τις ηχογραφήσεις, συνδυάζοντας διαφάνειες με ήχο, τυπώνοντας ένα φυλλάδιο με φωτογραφίες και αποσπάσματα από συνεντεύξεις ή οργανώνοντας μια έκθεση που χρησιμοποιεί όλα αυτά τα μέσα μαζί.

Επικοινωνία με την κοινότητα και τους ‘άλλους’

Όλα αυτά είναι δυνατόν επίσης να βοηθήσουν να δημιουργηθούν δεσμοί με την κοινότητα, ιδίως όταν ζητάμε απ’ όσους δίνουν συνέντευξη να δανείσουν παλιές φωτογραφίες, κατ-ποστάλ και άλλα τεκμήρια για την έκθεση ή για το φυλλάδιο.
Τέλος, τα παιδιά μπορούν να αποκτήσουν θεμελιώδεις ικανότητες επικοινωνίας. Η ίδια η πράξη της συνέντευξης μπορεί να βοηθήσει να καλλιεργήσουν τη διακριτικότητα και την υπομονή, την ικανότητα να επικοινωνούν, να ακούν τους άλλους και να τους κάνουν να αισθάνονται άνετα, ότι είναι αναγκαίο για να εξασφαλίσουν πληροφορίες. Για να πάρεις μια συνέντευξη πρέπει να συμπεριφέρεσαι ως ενήλικος. Δεν γίνεται να χασκογελάς. Τα παιδιά μπορεί να μάθουν να κινούνται στον κόσμο των ενηλίκων.

Πωλ Τόμπσον, Φωνές από το παρελθόν. Προφορική ιστορία, Αθήνα: Πλέθρον 2002, σελ. 238-241.