Η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Γυναικών Εκπαιδευτικών (ΟΠΙΓΕ) συστάθηκε την άνοιξη του 2022. Αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες/θηλυκότητες, η πλειοψηφία των οποίων είναι δασκάλες/εκπαιδευτικές όλων των βαθμίδων και όλων των ειδικοτήτων που δραστηριοποιούνται ανά την Ελλάδα.

Η σύσταση της ομάδας προέκυψε όχι μόνο λόγω προσωπικής εμπειρίας και ενδιαφερόντων, αλλά ως απορία για την Ελληνίδα Γυναίκα Δασκάλα (το πρώτο επάγγελμα που καθιερώθηκε με νόμο στην Ελλάδα το 1834 ήταν αυτό!) και κυρίως ως απόρροια της πρόσφατης οικονομικής, υγειονομικής και εκπαιδευτικής κρίσης που αλλάζοντας την καθημερινότητά μας άλλαξε τις ταυτότητές μας. Ζητήματα που τίθενται στο επίκεντρο από την ΟΠΙΓΕ, συνεπώς, είναι η έμφυλη διάσταση της εκπαίδευσης, ο σεξιστικός λόγος στο εκπαιδευτικό τοπίο, το κίνημα #metoo καθώς και αλλαγές που έχουν επέλθει με την επιβολή της διαδικτυακής διδασκαλίας ή αφορούν την αξιολόγηση (εσωτερική και εξωτερική) των σχολικών μονάδων και τα περιεχόμενα των αναλυτικών προγραμμάτων.

 

 

Μάθετε Περισσότερα

Η ομάδα αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες/θηλυκότητες και η πλειοψηφία εξ αυτών είναι δασκάλες/εκπαιδευτικές όλων των βαθμίδων και όλων των ειδικοτήτων που δραστηριοποιούνται ανά την Ελλάδα. Η σύσταση της ομάδας προέκυψε ως ανάγκη να συνευρεθούμε με συναδέλφισσες και να ανταλλάξουμε εμπειρίες και υλικό, μέσω του δικτύου γυναικών εκπαιδευτικών «η Ανθρωπώ», οπότε ως αρχικός στόχος της ομάδας ορίστηκε η ανταλλαγή αρθρογραφίας/βιβλιογραφίας για την επέκταση των εργαλείων που η καθεμία μας διαχειρίζεται.

Η ζύμωση αυτή οδήγησε μοιραία στην απόφαση να συναποτελέσουμε την ΟΠΙΓΕ, ώστε να καταγράψουμε τις εμπειρίες γυναικών εκπαιδευτικών κι έτσι και εμείς να μάθουμε η μία από την άλλη, αλλά κυρίως να δώσουμε φωνή η μία στην άλλη παρουσιάζοντας το δικό μας αφήγημα για το πώς βιώνουμε το επάγγελμά μας ούσες γυναίκες.

Η επιλογή της παραπάνω «θεματικής» προέκυψε, βέβαια, όχι μόνο λόγω της προσωπικής εμπειρίας και ενδιαφερόντων, αλλά ως απορία για την Ελληνίδα Γυναίκα Δασκάλα (το πρώτο επάγγελμα που καθιερώθηκε με νόμο στην Ελλάδα το 1834 ήταν αυτό!) και κυρίως ως απόρροια της πρόσφατης οικονομικής, υγειονομικής και εκπαιδευτικής κρίσης που αλλάζοντας την καθημερινότητά μας άλλαξε τις ταυτότητές μας. Ζητήματα που τίθενται στο επίκεντρο από την ΟΠΙΓΕ, συνεπώς, είναι η έμφυλη διάσταση της εκπαίδευσης, ο σεξιστικός λόγος στο εκπαιδευτικό σκηνικό, το κίνημα #metoo καθώς και αλλαγές που έχουν επέλθει με την επιβολή της διαδικτυακής διδασκαλίας ή αφορούν την αξιολόγηση (εσωτερική και εξωτερική) των σχολικών μονάδων και τα περιεχόμενα των αναλυτικών προγραμμάτων.

Η ομάδα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των μέτρων περιορισμού της εξάπλωσης του κορωνοϊού και οι συναντήσεις της έχουν πραγματοποιηθεί κυρίως διαδικτυακά, αλλά και εκ του σύνεγγυς στον Σύλλογο Κοινωνικής και Πολιτιστικής Παρέμβασης «Θρυαλλίς» στο Θησείο και στο χώρο της ομάδας «Εργαστήριο για τα Αστικά Κοινά» στον Νέο Κόσμο. Η πρώτη δημόσια παρουσίασή της πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της τρίτης γιορτής προφορικής ιστορίας, τον Οκτώβρη του 2022.

Η εξελικτική πορεία της εκπαίδευσης των υποψηφίων Ελληνίδων δασκάλων και καθηγητριών υπήρξε ιδιαίτερα πολύπλοκη και μακρόχρονη, μέχρι να λάβει τη σημερινή της μορφή.

Πολύ σύντομα μετά την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους, το 1834 και στο πλαίσιο οργάνωσης της διοίκησης και της εκπαίδευσης, θεσπίστηκε ο Νόμος «περί δημοτικών σχολείων», στις διατάξεις του οποίου περιλαμβάνεται και η ίδρυση του πρώτου Διδασκαλείου ή Διδασκαλοδιδακτηρίου. Άξιο αναφοράς είναι ότι ο Νόμος εξασφάλιζε στις Ελληνίδες το δικαίωμα να εκπαιδεύονται στο μοναδικό Διδασκαλείο του Κράτους, παρέχοντας έτσι σε εμάς γραπτές αναφορές για το ότι το πρώτο νομικά κατοχυρωμένο γυναικείο επάγγελμα στην Ελλάδα ήταν αυτό της δασκάλας.

Φυσικά, οι γυναίκες απέφευγαν να φοιτήσουν στο Διδασκαλείο μαζί με τους άνδρες και προσέρχονταν μόνο στις πτυχιακές εξετάσεις, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο Νόμος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την εκπαίδευση των διδασκαλισσών. Το κενό αυτό ήρθε να συμπληρωθεί μέσω Διατάγματος το 1861 που όριζε ως κατάλληλο για την προετοιμασία των μελλουσών διδασκαλισσών το Αρσάκειο Παρθεναγωγείο. Αργότερα, το 1881 ιδρύθηκαν επιπλέον παρθεναγωγεία. Ωστόσο, ως βασικός στόχος των μαθημάτων που παρέχονταν οριζόταν «η ηθική κυρίως μόρφωσις των νεανίδων και διδασκαλισσών».

Οι Ελληνίδες δασκάλες συνέχισαν να εκπαιδεύονται κατά αποκλειστικότητα από τα ιδιωτικά αυτά ιδρύματα ως το 1914. Τότε, και προκειμένου «να διευθετηθεί το ζήτημα του συνεχούς πλεονάσματος διδασκαλισσών έναντι των αρρένων συναδέλφων τους» δόθηκε το δικαίωμα στις δασκάλες να φοιτούν στα δημόσια Τριτάξια Διδασκαλεία. Τότε ήταν που -ενώ ήταν περισσότερες αριθμητικά στον κλάδο- η επαγγελματική τους κατάρτιση εξισώθηκε νομικά με εκείνη των ανδρών. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1934 δημιουργήθηκαν και τα πρώτα μικτά Διδασκαλεία.

Η συνεκπαίδευση και το γεγονός ότι οι γυναίκες δασκάλες αναλάμβαναν τη διεύθυνση αρχικά σε σχολεία θηλέων, και, έπειτα και σε αρρένων, αλλά και το γεγονός ότι γενικότερα επιτελούν τον ίδιο ακριβώς ρόλο με τον άνδρα εκπαιδευτικό καθιστούν αδύνατο να γίνουν «κραυγαλέες» εσωτερικές διακρίσεις στον κλάδο, όπως σε άλλες υπηρεσίες αργότερα. Αυτή η ισοτιμία καθιέρωσε τρόπον τινά τις δασκάλες στο εκπαιδευτικό στερέωμα και μάλιστα πολλές από αυτές άρχισαν να καταλαμβάνουν διευθυντικές θέσεις στα ιδιωτικά και δημόσια σχολεία θηλέων ή να γίνονται και Επιθεωρήτριες σχολείων θηλέων. Το 1904 γυναίκες εκπαιδευτικοί έλαβαν μέρος στο Πρώτο Εκπαιδευτικό Συνέδριο.

Υπήρχε, βέβαια, μια διάχυτη υποψία για προσωπική αποτυχία όσων διδασκαλισσών επέλεγαν την επαγγελματική έναντι της προσωπικής ζωής. Έτσι, ακόμα κι αν η αγαμία αποτελούσε προσωπική επιλογή, εκείνες συχνά χαρακτηρίζονταν ως νευρωτικές, μοναχικές, ανικανοποίητες. Σε άρθρο της εφημερίδας «Εμπρός» του 1903 με τίτλο «Εικών Διδασκαλίσσης» διαβάζουμε : «…και εισέρχομαι μετ’ ολίγον εις το πρώτον Δημοτικόν Σχολείον το οποίον έτυχεν έμπροσθέν μου. Βλέπω έναν κύριον σπανόν, βλοσυρόν με ολίγα γενάκεια και ένα είδος αντεριού…-Είσθε ο διδάσκαλος; ερωτώ δειλώς. Είμαι η διδασκάλισσα, κύριε». Παρόμοια απειλητικό ήταν το κλίμα για τις γυναίκες που διεκδίκησαν επιστημονική εξέλιξη και επαγγελματική σταδιοδρομία στον χώρο του Πανεπιστημίου. Προβλέποντας τα «μελλούμενα» κείμενα της εποχής θεωρούν τη συνεργασία με γυναίκες ως «υποβιβάζουσα την επιστήμη και τη σοβαρότητα του Πανεπιστημίου», αλλά όπως ειρωνικά τονίζεται ότι «θα αποκτήσουν συναδέλφους με φουστάνια […] κι έπειτα θα συνηθίσουν και δε θα έχουν όρεξη να γελάσουν όταν αι καθηγήτριαι θα προσέρχοντι να διδάξουν ευρισκόμεναι εις ενδιαφέρουσα κατάστασιν» και αργά ή γρήγορα το «Πανεπιστήμιόν μας θα γίνη γυνακείον κατάστημα». Φυσικά, δεν έλειπαν και οι διαμάχες για την ισομισθία των δασκάλων-διδασκαλισσών (1924-1926), με τους δασκάλους να έχουν φοβερές αντιρρήσεις. Είναι ακριβώς το επίμαχο αίτημα των γυναικών για ισοπολιτεία και η επιμονή τους ότι μπορούν να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία και μάλιστα μετά το 1929 να διευθύνουν και μικτά σχολεία, που τους συνιστά εκείνη τη δεκαετία αυτό που θα ονομάζαμε «γυναικείο κίνδυνο».

Αν και το γυναικείο κίνημα κάμφθηκε αργότερα με τη στροφή στα εθνικά θέματα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στον Μεσοπόλεμο πλήθυναν οι φεμινιστικές οργανώσεις και τα περιοδικά και οι εφημερίδες που εξέφραζαν διαφορετικές τάσεις. Η παιδαγωγική αρθρογραφία αυξήθηκε και κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου αυξήθηκαν οι απόφοιτες του Πανεπιστημίου και οι καθηγήτριες που διορίζονταν στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης.

Σε αυτοβιογραφικά κείμενα διδασκαλισσών αποτυπώνονται υψηλές προσδοκίες για τον ρόλο τους, αλλά υπάρχει και σκεπτικισμός για την αποτελεσματικότητά τους. Αναδεικνύεται έτσι θεωρητικός προβληματισμός, αλλά οπωσδήποτε αποπνέεται μια σιγουριά για τον ρόλο τους ως γυναικών εκπαιδευτικών σε αντίθεση με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα των διδασκαλισσών.

Κατά τον 19ο αιώνα το επάγγελμα της δασκάλας στη χώρα μας αποτελούσε τη μόνη δυνατότητα για τις κοπέλες των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων να εργαστούν, να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητες (αν και με άνισους μισθούς) και να ανελιχθούν κοινωνικά, σίγουρα πάντως να έχουν κοινωνική παρουσία. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το επάγγελμα της δασκάλας ήταν ακριβώς το μόνο κοινωνικά αποδεκτό γυναικείο επάγγελμα, αφού το σχολείο θεωρούνταν προέκταση της οικογένειας. Αυτός ο ρόλος της «απλής δασκάλας» εγκαταλείφθηκε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και έγινε δυναμικότερη είσοδος της γυναίκας στα εκπαιδευτικά πράγματα. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή συνδέθηκε με την ανύπαντρη δασκάλα, τη δασκάλα που απεκδύθηκε τον φυσικό της ρόλο και που ήταν αποτυχημένη σε προσωπικό επίπεδο.

Δυστυχώς, η λογική αυτή φαίνεται να μην έχει εγκαταλειφθεί πλήρως στη χώρα μας ακόμη και σήμερα, αφού από τη μία η μαζική κουλτούρα συνδέει την εκπαίδευση με την «ειδική φύση των γυναικών με τη μεγαλύτερη ευαισθησία, την αγάπη για τα παιδιά, την ευγένεια και την ανεκτικότητα του χαρακτήρα τους». Έτσι η γυναίκα Εκπαιδευτικός, η Επιστημόνισσα, η Διδακτόρισσα, η Καθηγήτρια, η Δασκάλα μετατρέπεται σε «δασκαλίτσα», που διαλέγει το επάγγελμα ως το πλέον κατάλληλο ή το πλέον «βολικό» αφού της επιτρέπει λόγω ωραρίου να δημιουργήσει οικογένεια και να τη θέσει σε προτεραιότητα. Από την άλλη όταν η εκπαιδευτικός διεκδικεί/κατέχει θέσεις ευθύνης κρίνεται ως προδίδουσα την οικογένειά της, ή -εάν δεν έχει- άτυχη ή ανίκανη να επιτύχει και να ευτυχήσει σε προσωπικό επίπεδο.

Αχ δασκάλα μ', 1984 (ηχητικό)
Η Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, 1969 (Βίντεο)

Δασκάλα, 1928

Δασκάλα, δασκάλα ποιος σε φίλησε, ’70

Η διερεύνηση και προσπάθεια ερμηνείας των πτυχών της ιστορίας της εκπαίδευσης των κοριτσιών/γυναικών είναι στην πραγματικότητα εγχείρημα σχετικά πρόσφατο, αφού για πολλές δεκαετίες φαίνεται ότι το φύλο ως κατηγορία ανάλυσης είχε υποβαθμιστεί ή παραμεληθεί. Από τη δεκαετία του 1980, όμως, μια νέα γενιά γυναικών ιστορικών της εκπαίδευσης άρχισε να μελετά τέτοια ζητήματα, ενώ και στην Ελλάδα περίπου την ίδια περίοδο αρχίζουν να μελετώνται συστηματικά η ιστορία της γυναικείας εκπαίδευσης και η διάσταση του φύλου στην εκπαίδευση. Φυσικά, μια πρόχειρη ματιά στη βιβλιογραφία καθιστά σαφές ότι επιμέρους διαστάσεις χρειάζονται να διερευνηθούν περεταίρω και συγκεκριμένα ερωτήματα να απαντηθούν. Σε αυτό το πλαίσιο οι προσωπικές ανάγκες των μελών της ΟΠΙΓΕ έρχονται να συναντήσουν τις ανάγκες της βιβλιογραφίας, αφού το υπό μελέτη πεδίο -με τις πρόσφατες εξελίξεις όπως περιγράφησαν παραπάνω- παραμένει σε μεγάλο βαθμό αχαρτογράφητο.

 
 
 
 
 
 
 
Διαδώστε το :