Εισαγωγή

Η εκπαίδευση των νέων είναι ένα θέμα που συγκινεί διαχρονικά τους Έλληνες  καθώς το συνδέουν με την κοινωνική, πνευματική και οικονομική τους άνοδο. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα το θέμα αφορούσε κυρίως τα αγόρια. Μετά τον πόλεμο τα αγόρια και τα κορίτσια στον ίδιο σχεδόν βαθμό. Ωστόσο οι δυσκολίες ήταν πολλές. Ξεκινούσαν από τις δυνατότητες και τη θέληση του κράτους να μορφώσει τους μελλοντικούς του πολίτες, περνούσαν μέσα από τις δυνατότητες της ίδιας της οικογένειας, οικονομικές και άλλες, αλλά και τις δυνάμεις και τη θέληση των παιδιών να παλέψουν για να μορφωθούν, με άλλα λόγια να υιοθετήσουν ως αξία τη μόρφωση.
Το σχολείο, ως θεσμός, δεν είναι ουδέτερο, αλλά  ταξικό κι αυτό φαίνεται καλύτερα στις ιστορικές φάσεις έντονων κοινωνικών συγκρούσεων. Ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια τις εξελίξεις που έγιναν στην ελληνική κοινωνία, και επηρεάστηκε  από τα πολιτικά και γενικότερα από  τα ιστορικά γεγονότα που έζησε η χώρα.
Οι αναμνήσεις των αφηγητών μας γύρω από  αυτό είναι έντονες και αφορούν τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους συμμαθητές τους, ενώ  πολύ λιγότερο τα μαθήματα. Έχουν όμως και μια δόση νοσταλγίας, καθώς το σχολείο είναι πάνω απ’ όλα σχέσεις, σχέσεις που συνδέονται με την εφηβεία, τη φιλία, τη σκανταλιά, την κοπάνα, το πρώτο σκίρτημα καρδιάς, τη διεκδίκηση, εν ολίγοις την περιπετειώδη πορεία των νέων προς την ενηλικίωση.
Για όλα τα παραπάνω μιλούν οι 19 αφηγητές που καλύπτουν χρονικά το διάβα σχεδόν ενός αιώνα, καθώς οι παλαιότεροι έχουν γεννηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ο νεότερος έχει γεννηθεί το 1972. Αντιπροσωπεύουν δε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.
Οι συνεντεύξεις τους έχουν καταχωρηθεί θεματικά. Μέσα στο κάθε θέμα οι μαρτυρίες έχουν τοποθετηθεί κατά χρονολογική σειρά ώστε να φαίνονται οι εξελίξεις και οι αλλαγές που έχουν γίνει εν τω μεταξύ στο θέμα αυτό. Από το συνολικό υλικό έχουν επιλεγεί τα σημεία που μας φάνηκαν πιο ενδιαφέροντα. Στο τέλος κάθε αποσπάσματος μέσα σε αγκύλες υπάρχει το όνομα του αφηγητή ώστε να γνωρίζει ο αναγνώστης το φύλο του και το αρχικό του επιθέτου του, την ημερομηνία γέννησής του, την ημερομηνία που έδωσε τη συνέντευξη  και τα αρχικά της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας, ΟΠΙ, που έκανε τη συνέντευξη.

Προπολεμικά

 Σχολείο και κορίτσια στην επαρχία τη δεκαετία του 1920

Να λάβεις υπόψη σου, Μαρία, εγώ πήγα στη Μάνη έξι μήνες σχολείο, δεν πήγαιναν τα κορίτσια στο σχολείο γιατί, λέει, θα μάθαιναν να στέλνουν ραβασάκια στους αγαπητικούς [γέλια]. Η μάνα μου είχε ζήσει ένα διάστημα μαζί με την αδελφή  της μάνας της, αυτή που σου λέω στα Μυκονιάτικα, στην Καλαμάτα, κι ήταν πιο εξελιγμένη απ’ το χωριό. Και μ’ έστειλε σχολείο.

(Ματίνα Α.Σ, 1922,Συνέντευξη 23/6/2013, ΟΠΙΑ)
ΣΗΜ: Η Ματίνα πήγε σχολείο μόνο για έξι μήνες, καθώς η μάνα δεν μπόρεσε ν’ αντέξει  την…κοινωνική κατακραυγή!!!

Σχολείο και κορίτσια στην επαρχία τη δεκαετία του 1930

Α, ήρεμος άνθρωπος ήτανε [ο πατέρας], αγαπούσε τα παιδιά, δε μας μάλωνε εύκολα, ήρεμος άνθρωπος ήτανε, δεν ήτανε… Ε, στο σχολείο μας έστελνε. Γιατί τότε τα παιδιά είχαμε πρόβλημα, δεν πηγαίνανε στο σχολείο, κοιτάζανε πώς να μην πάνε. Και γι΄αυτό όποιος δεν πήγαινε, όποιος δεν έστελνε τα παιδιά του σχολείο, ε… κάθε τόσο ο δάσκαλος τους κοινοποιούσε έε πώς το λένε, τους έκανε μήνυση, και… όπως λέγανε μια λέξη τότε, «μας έβαλε στον πίνακα» λέγανε. Δηλαδή η μήνυση που έκανε, και πηγαίνανε και πληρώνανε πρόστιμο για να αναγκάσουν τα παιδιά να πηγαίνουνε στο σχολείο, λέγανε:  «μας έβαλε στον πίνακα ο δάσκαλος»
 [Τα κορίτσια τα στέλνανε στο σχολείο;]
 Τα κορίτσια στην εποχή τη δική μου τα στέλνανε. Αλλά λίγο παλιότερα πολύ λίγα κορίτσια πηγαίνανε σχολείο, πάρα πολύ λίγα και αυτά αν πηγαίνανε, λίγες τάξεις από καιρό σε καιρό.[…] τα στέλνανε δύο μέρες την εβδομάδα έτσι ώστε να μην τους κάνει μήνυση ο δάσκαλος [για να γίνει αυτό έπρεπε να λείπουν ένα μήνα συνεχόμενα] και τα κρατούσανε στο σπίτι για δουλειές- π.χ. να κρατούν τα μικρότερα παιδιά, μερικές φορές τα κορίτσια πήγαιναν με τα μικρότερα αδερφάκια στο σχολείο και αναγκαζόταν ο δάσκαλος και τα έδιωχνε. […]
 [Ο πατέρας σου έστειλε και το κορίτσι και την αδερφή σου σχολείο;]
 Ακολούθησε την ίδια τακτική του χωριού… Μέχρι 15 χρονών πήγε μέχρι την Τρίτη ή Τετάρτη, είχε βγάλει τρεις τάξεις. Ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο και έκλαιγε αλλά η μάνα την κράταγε στο σπίτι να προσέχει τα μικρότερα παιδιά.
(Νίκος Τ. 1933, Συνέντευξη 25/6/2013, ΟΠΙΑ)

Η στέρηση του σχολείου δημιουργεί πόθο για μόρφωση

Τέλος πάντων… Εν πάσει περιπτώσει με σταματάει απ’ το σχολείο στους έξι μήνες απ’ το σχολείο, η μητέρα μου. Ερχόμαστε στην Αθήνα. [10 χρόνια μετά] Στην Αθήνα εγώ έπρεπε να δουλέψω. Δεν είχε τη δύναμη να σπουδάσει και τα δυο της παιδιά κι έρχονται αυτά τα ξαδέλφια μου που σου λέω μια μέρα και λέει: «Θεία τι θα γίνει με τη Ματίνα;» Λέει, «παιδιά μου…» …και μου φέρνει ο ένας, ο καθηγητής, ένα βιβλίο τόσο [με τα χέρια δείχνει πόσο μεγάλο ήταν], τα παραμύθια της Χαλιμάς, τόσο [χειρονομεί] Χίλιες και μία Νύχτες! Πώς το διάβασα, Μαρία, ένα τέτοιο βιβλίο με έξι μήνες μόνο σχολείο; Ένα βιβλίο τόσο!

[…]

 Και λάμπες. Βέβαια. Λάμπες πετρελαίου είχαν τα περισσότερα σπίτια μέχρι το 1946. Και μετά τον πόλεμο. Εγώ διάβαζα στην Ακαδημίας Πλάτωνος με το φεγγάρι. Είχα τέτοια τρέλα με τα βιβλία. Εν πάση περιπτώσει. Ερχόμαστε εδώ [εννοεί στην Ακαδημίας Πλάτωνος]. Έκανε ο Μεταξάς τα νυχτερινά σχολεία. Ήτανε στη Μέτωνος, εκεί που ήταν το 4ο Γυμνάσιο. Η Μέτωνος είναι ένα στενάκι μεταξύ Κολοκυνθούς και Κολωνού. Εκεί έμενε το νυχτερινό. Έρχεται ο αδελφός μου και μου λέει: «Ματίνα, θες να πας σχολείο;» «Και το ρωτάς;» του λέω. Και πάει και με γράφει. «Πού είναι το ενδεικτικό σας; Μου λέει ο δάσκαλος. Είχε Δημοτικό μέχρι Γυμνάσιο. Λέω, «Δεν έχω ενδεικτικό. Δεν τελείωσα.» Λέει: Πού θέλεις να σε γράψω; Πού θέλετε; Λέει, για γράψε εδώ από το 1-20. Ήμουνα στα δεκαπέντε μου τότε και με γράφει στη Γ΄ Δημοτικού κατ’ ευθείαν. Όταν ήταν να δώσουμε λοιπόν για το Γυμνάσιο, μας έκανε ιδιαίτερο κι έπαιρνε ένα κατοστάρικο. Εγώ θάδινα αλλά δεν είχαμε να πληρώσουμε κατοστάρικο. Κι έφευγα. Μου λέει: Πού πας [Ματίνα]; Φεύγω. Δεν θα κάνεις, μου λέει, φροντιστήριο; Δεν έχω χρήματα. Και  σου ζήτησε κανείς λεπτά; Για να δώσω στο Γυμνάσιο δεν μου πήρε λεπτά. Εν πάση περιπτώσει. Είμαι στην 3η Γυμνασίου. Έγινε ο πόλεμος, τελείωσε.

(Ματίνα  Α.Σ, 1922, Συνέντευξη 23/6/2013, ΟΠΙΑ)

Η σχέση των μαθητών με το σχολείο, στην επαρχία

Οπωσδήποτε όλοι μας δεν πηγαίναμε με την ίδια προθυμία στο σχολείο. Εγώ πήγαινα ευχαρίστως, δεν είχα πρόβλημα.[..] ήμουνα καλός μαθητής. Και μ’ αγαπούσε και ο δάσκαλος και ήμουνα καλός μαθητής.

[…]

Βιοποριστικό το βλέπαμε το Γυμνάσιο. Λέγαμε θα πάμε στο Γυμνάσιο, κάπου να πάμε μετά. Κανείς δε σκεφτότανε ότι θα τελειώσω το Γυμνάσιο και θα κάτσω σπίτι μου. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο όλοι προσπαθήσανε κάπου να πάνε. Παιδιά που τελειώσανε το Γυμνάσιο, […] ελάχιστα μείνανε στο χωριό. Οι άλλοι φύγανε. Σπουδάσανε σε στρατιωτικές σχολές, δάσκαλοι, καθηγητές, γιατροί, αστυνομία πόλεων, σχεδόν έφυγαν όλα τα παιδιά, δεν έμεινε κανένα στο χωριό.

(Νίκος Τ. 1933, Συνέντευξη 25/6/2013, ΟΠΙΑ)

 

Η σχολική διαρροή από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο

Το σχολείο ήταν μεικτό. Κορίτσια υπήρχαν σε όλες τις τάξεις. Τα κορίτσια ήταν περίπου το 1/3 των αγοριών. Στους 57 μαθητές της Ογδόης ήταν τρία τα κορίτσια. Στην Τρίτη ήταν πάρα πολλά.

[…]

Σα γονείς είχαν κατανόηση. Γιατί και αργότερα αν και είχε πεθάνει ο πατέρας μου το ’42 από ατύχημα, κι ήταν η μητέρα μου που μας μεγάλωσε, ήμαστε ορφανά, έδειχνε μεγάλη κατανόηση. Και γι’ αυτό μας έστειλε στο Γυμνάσιο εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου. Ήμουνα σχεδόν ο μοναδικός στην εποχή μου από το χωριό, εκείνη τη χρονιά, που πήγα στο γυμνάσιο. Και μάλλον συνέβαλε περισσότερο ο δάσκαλος που είπε και στους γονείς και ανάγκασε 5-6 οικογένειες που τα παιδιά τους τελείωναν το Δημοτικό και πήγαμε στο Γυμνάσιο.

(Νίκος Τ.1933, Συνέντευξη 25/6/2013, ΟΠΙΑ)

Από τη σχολική ζωή στην επαρχία: ο αγώνας για τα βιβλία

Δημοτικό
Τα πρώτα χρόνια θυμάμαι, ένα αναγνωστικό είχαμε, τίποτα άλλο βιβλίο. Και ο δάσκαλος ό,τι μας δίδασκε, ό,τι ιστορία μας έλεγε και αυτά τη θυμόμαστε για να την πούμε. Στην τελευταία τάξη στην Έκτη θυμάμαι, κάπου κυκλοφορούσανε και βοηθητικά βιβλία και παίρναμε κανένα βιβλίο τέτοιο.
 Τα αγοράζαμε εμείς. Τα αγοράζαμε εμείς. Ο δάσκαλος απ’ ότι θυμάμαι είχε ένα μεγάλο βιβλίο, Άπασα η ύλη, κάπως έτσι το λέγανε. Είχε όλη την ύλη, είχε Ιστορία, Θρησκευτικά, Χημεία, Φυσική τα πάντα μέσα, ε και από εκεί ενημερωνότανε και κάπως μας [δεν ακούγεται] μια σειρά. Βοηθητικά βιβλία δεν υπήρχανε στο σχολείο, αλλά τουλάχιστον, μόνο στην τελευταία τάξη θυμάμαι που κυκλοφορούσαν βιβλία στα βιβλιοπωλεία στο Άστρος δηλαδή και τα παίρναμε από εκεί, έτσι, διάφορα μικρά βιβλιαράκια για την Ιστορία, για τη Γεωγραφία, γι’ αυτά.
Βιβλία βοηθητικά […] Από τα βιβλιοπωλεία, ιδιωτικά. Δεν υπήρχαν βιβλία στα σχολεία.[…] Μόνο το αναγνωστικό μας δίνανε, το οποίο νομίζω το πληρώναμε και αυτό. Το πληρώναμε.
(Νίκος Τ. 1933, Συνέντευξη 25/6/2013, ΟΠΙΑ)
Γυμνάσιο
Και στο Γυμνάσιο τα βιβλία τα αγοράζαμε εμείς. Μόνο ότι για ορισμένα άπορα παιδιά μπορούσε, εδάνειζε η βιβλιοθήκη του Γυμνασίου, αν είχε κάποια βιβλία, τα δάνειζε. Αλλά σε πολύ μικρό αριθμό. Τα άλλα βιβλία τα αγοράζαμε όλα, ήταν ιδιωτικά όλα. Και πληρώναμε και εγγραφή στο Γυμνάσιο. […]
στο Γυμνάσιο αναγκαστικά παίρναμε, τα αγοράζαμε τα βιβλία όλα ή τα δανειζόμασταν, ξέρω εγώ, από παλιότερους μαθητές του Γυμνασίου ή τα αγοράζαμε παλιά μεταξύ μας […] έπρεπε να έχουμε οπωσδήποτε βιβλία στο Γυμνάσιο, δε γινότανε διαφορετικά. Κι ήτανε βιβλία τα οποία ήταν εγκεκριμένα, δηλαδή μας δίνανε τίνος συγγραφέως το βιβλίο θα πάρουμε.
[…]
Όχι, [μελετούσαμε] όπου βρίσκαμε και αυτά, το σπίτι εμείς δυο δωμάτια, ήταν παιδιά που είχαν το δωμάτιό τους αλλά ήταν και παιδιά που δεν είχαν το δωμάτιό τους, εγώ δεν είχα το δωμάτιό μου. Ένα δωμάτιο σχεδόν είμαστε όλα τα παιδιά. […] Βρίσκαμε, [χρόνο για μελέτη] κάποιο χρόνο θα βρίσκαμε και οι άλλοι να ήτανε μέσ’ το σπίτι εμείς έπρεπε να διαβάσουμε, τι να κάνουμε;
[…]
Επιμελής ήμουνα αλλά , δεν ήμουνα ούτε ο πρώτος μαθητής ούτε ο τελευταίος, στη μέση ήμουνα, μεσαίος […] Δεν είχα μείνει ανεξεταστέος ποτέ μου, γιατί τότε είχαμε και πολλούς ανεξεταστέους. Η μισή τάξη έμενε ανεξεταστέα [γελάει]. Και στην ογδόη είμαστε 57 παιδιά και αποφοιτήσαμε 27, μεταξύ αυτών ήμουνα και γω που αποφοίτησα.[…] ο μεγαλύτερος βαθμός ήτανε το 16 το πολύ το 17. Εγώ ήμουνα του 14, εκεί, περίπου. Αλλά πάνω από 17 πολύ σπάνια.
(Νίκος Τ. 1933, Συνέντευξη 25/6/2013, ΟΠΙΑ)

Δάσκαλοι  και καθηγητές / Προπολεμικές κοινωνικές διακρίσεις
Ε, ήταν αυστηροί συνήθως οι καθηγηταί.[…] Δεν είχανε, με τα παιδιά, εκτός από το γυμναστή που ήταν κάπως πιο φιλικός, οι άλλοι ήταν πολύ αυστηροί δεν είχανε δούναι και λαβείν με τα παιδιά, να σου μιλήσουν με το μικρό όνομα όχι. Ήτανε αυστηρότατοι.
[…]
Οι ντόπιοι [καθηγητές] ήταν τσιγκούνηδες με τους βαθμούς. Αλάνθαστος να ήσουν σε γραπτά-προφορικά, πάνω από 15 δεν έπαιρνες με τίποτα. Εκτός αν ήσουν…
Δεν μπορώ να πώ ότι ήταν και κακοί άνθρωποι. Καλοί ήτανε, απλώς δεν δίνανε θάρρος στους μαθητάς. […]
Είχαμε αξιόλογους καθηγητές. Αλλά ήταν και άλλοι που λέγαμε να μη μας τύχουνε. Ήταν αυταρχικοί, εκδικητικοί, απαιτητικοί. Έναν τον διώξανε.
[…]
Κοιτάχτε τότε ήταν και οι κοινωνικές τάξεις λίγο πολύ. Ισχύανε και στα χωριά οι κοινωνικές τάξεις. Και τα φτωχά παιδιά σπάνια έβρισκες άνθρωπο να τα … να έχουνε δοσοληψίες με καθηγητάς […] Δηλαδή συμβουλές, το άλφα το βήτα, κοινωνικές επαφές […] Το παιδί του προέδρου, του δημάρχου, του γιατρού ή του δικηγόρου, του συμβολαιογράφου που ήταν στο αυτό, είχε άλλη … Γιατί εγώ θυμάμαι ένα συμμαθητή μου ο οποίος ήταν γιος συμβολαιογράφου, ήταν ο μεγαλύτερος αλήτης. Ε, είχε άλλη μεταχείριση. Αν έκανα εγώ κάτι που έκανε αυτό το παιδί τότε θα με είχανε παλαβώσει στις αποβολές, αλλά αυτόν δεν τον πειράζανε. Υπήρχε κάποια τέτοια, ένα ταξικό πράγμα […]
Ο καθένας ανάλογα με τα οικονομικά του αποφάσιζε. Γιατί για να πας τότε να δώσεις σε κάποιο πανεπιστήμιο, ακαδημία οπουδήποτε έπρεπε να κάνεις και φροντιστήριο. Δεν υπήρχε περίπτωση να πας έτσι χωρίς φροντιστήριο. Καμία περίπτωση. Εγώ πήγα στη στρατιωτική σχολή της αεροπορίας γιατί ήξερα ότι παίρνει απόφοιτους της έκτης γυμνασίου […] λέω χωρίς φροντιστήριο θα περάσω και έτσι κι έγινε.
Έκανα κάποια προετοιμασία, διάβασα τα μαθήματα που ζητάγανε αλλά για έναν απόφοιτο δεν ήταν τόσο δύσκολα τα θέματα.
(Νίκος Τ. 1933, Συνέντευξη 25/6/2013, ΟΠΙΑ)

Στην προπολεμική Αθήνα 

Στα δημόσια σχολεία – Διαρροή μαθητών

Τα παιδιά, ή το σύστημα έφταιγε, ή οι ίδιοι οι γονείς που δεν είχαν παιδεία καθόλου και μόρφωση μαζί ήταν πολύ χαμηλό, στη γειτονιά μας τα περισσότερα παιδιά Τρίτη Δημοτικού και Πέμπτη Δημοτικού που είναι η αλλαγή που γίνεται μετά από την πρώτη Δευτέρα που είναι η επανάληψη μένανε ένα… περισσότερο από τα μισά παιδιά στην ίδια τάξη στην Τρίτη και στην Πέμπτη, λίγα παιδιά προχωρούσαμε και με καλό βαθμό να πάμε ας πούμε στην επόμενη, να μη μείνουμε στην Τρίτη και να έχουμε και καλό βαθμό τα περισσότερα ήταν …ε… ο άνθρωπος πάντα για μένα είναι το ίδιο έξυπνος σε όλες τις εποχές, αρκεί να μπορεί να αξιοποιήσει τη νοημοσύνη του και να μπορεί να αποδώσει και να βοηθηθεί…
(Λέλα Μ. 1924, Συνέντευξη 20/2/2014, ΟΠΙΑ)

Δάσκαλοι – καθηγητές στην Αθήνα/ Κοινωνικές διακρίσεις

Δημόσια Σχολεία
Εγώ τώρα όπως το βλέπω, αυτοί οι δάσκαλοι…δεν…σε…Γιατί Μαρία δεν έχεις διαβάσει; Για να δούμε…ξύλο, μπαμ, ξύλο…[…] φεύγαν τα παιδιά και μέναμε μέσα τιμωρία δυο ώρες. […] Μέσα στην τάξη! Και μετά έπρεπε να φύγω μόνη μου εγώ…για να γυρίσω σπίτι.[…] Δύο χιλιόμετρα, ένα παιδί μικρό.[…] Η μαμά ήξερε. Άμα αργούσαμε θα είμαστε τιμωρία… […]
Όχι, δε μ’ ένοιαζε το σχολείο να συνεχίσω. Δεν το ήθελα. Για νάμαι ειλικρινής. Μοδιστρική. Να μάθω τη μοδιστρική […] πιο ενδιαφέρον.
(Μαρία Γ. 1938, Συνέντευξη 16/5/2014, ΟΠΙΑ)
 Ο αδελφός μου δε,  πήγαινε στο 2ο Γυμνάσιο, σ’ ένα απ’ τα καλύτερα εθεωρείτο, στη Χέϋδεν, είναι απέναντι από το Μουσείο. Το κομμάτι αυτό από τη Δεριγνύ, να σου πω, μέχρι την Ομόνοια ήταν αριστοκρατικό. Υπήρχαν δηλαδή, πώς να στο πω, πώς να τους περιγράψω, υπήρχαν όχι πολύ-πολύ πλούσιοι αλλά αυτοί που είχαν υπηρέτριες, επιστήμονες, δικηγόροι, γιατροί, ξέρω γω, τέτοιοι… Με αυτονών τα παιδιά. [πήγαινε ο αδελφός της σχολείο]. Μάλιστα ο αδελφός μου ήταν συμμαθητής με τον αδελφό του Χαιρόπουλου, ξέρεις ποιος είναι ο Χαιρόπουλος, το Νίκο, γιατί τον Χαιρόπουλο τον λένε Χρίστο. Και το πρώτο δοκίμιο που έβγαλε ο Χαιρόπουλος μας τόδωσε στη γραφομηχανή γραμμένο και το διαβάσαμε μεις. Πρωτόβγαινε αυτός, νεαρός ο Χαιρόπουλος πρωτόβγαινε τότε, όλοι μαζί, Γιαλαμάς, Χαιρόπουλος, […] Λοιπόν, αυτούς τους ήξερα καλά. Ήταν συμμαθητές του αδελφού μου.
(Ματίνα Α.Σ. 1922, Συνέντευξη 30/6/2013, ΟΠΙΑ)
 Ήταν μεγάλη η διαφορά στο σχολείο, διότι υπήρχε πολύ ψείρα η λεγόμενη, τα παιδιά τα φτωχά ήταν γεμάτα ψείρα και κατά έναν τρόπο ξεχωρίζανε [οι δάσκαλοι] τα καθαρά παιδιά, όπως φαινόμαστε δηλαδή, να κάτσουμε όχι με τα πολύ φτωχά τα οποία, ή μένανε στο τελευταίο θρανίο και από γονείς αγράμματους, έπρεπε να είναι εξαιρετικό το παιδί μυαλό για να μπορεί να βαδίσει με την τάξη, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διαβάσει σπίτι καθόλου, φτώχεια μεγάλη και πείνα, βάρβαροι πολύ οι δάσκαλοι, όχι όλοι, είχαν το λεγόμενο χάρακα που εβάραγαν, έλεγαν στα παιδιά άνοιξε τα χέρια σου, μάλιστα μια δασκάλα τη θυμάμαι που δεν την είχα εγώ, την είχε η αδελφή μου, … τη λέγανε, τους τα γύριζε τα χέρια όχι από το μέσα μέρος που είναι πιο… να γυρίζουν προς τα κάτω για να πονάνε περισσότερο, ναι, αυτό ήταν σύνηθες τα παιδιά να πούμε, να φάει τις ξυλιές, αν έκανε μια… ή δεν είχε διαβάσει, ή αν έκανε μια τιμωρία, μια βλακεία στο σχολείο, ή πείραζε ένα άλλο παιδί ή οτιδήποτε.
(Λέλα Μ. 1924, Συνέντευξη 20/2/2014, ΟΠΙΑ)
Υπήρχαν όμως και οι αλησμόνητες εξαιρέσεις
Στην πρώτη Γυμνασίου, λοιπόν καθηγητής φιλόλογος ήταν ένας παπάς αρχιμανδρίτης, Ερμογένη τον λέγανε ο οποίος τα είχε βάλει και με την εκκλησία που δεν τον έκανε δεσπότη  και με την πολιτεία που τον είχε καθηγητή και δεν τον είχε κάνει γυμνασιάρχη (γέλια). Παρά ταύτα, ήταν ένας άριστος καθηγητής. Όλη την τάξη, εκ των υστέρων το λέω αυτό, όπως οι μωαμεθανοί στις εκκλησίες τους έχουν αντί για εικόνες αποσπάσματα από το κοράνι, αυτός μας είχε αποσπάσματα από αρχαίες ρήσεις που εξακολουθώ να τις θυμάμαι και σήμερα, ας πούμε ποιο να αναφέρεις από τις πάρα πολλές, αρχαία ρητά εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, τα οποία κάθε μέρα τα βλέπαμε και προσωπικά εγώ από τότε έχω μια αγάπη τα διατήρησα στο μυαλό μου και έχω και μια μεγάλη αγάπη για τα αρχαία ρητά με δύο λέξεις να σου περιγράφουν μια κατάσταση τα οποία μέχρι σήμερα έχω βιβλίο από τότε και τα γράφω τα ρητά όλα αυτά τα οποία ακούω, διαβάζω κλπ. Άριστος καθηγητής, αυστηρότατος…
[…]
Βασικά αρχαία ελληνικά έμαθα, όπως προείπα από την αρχή, από τον παπά τον Ερμογένη. Αυτός είχε ξαναλέω δηλαδή τον τοίχο όλο κολλημένο αρχαία ρητά τα οποία, θέλαμε δεν θέλαμε, τα μαθαίναμε. Ο οποίος ήταν αυστηρότατος, εκείνα τα ανώμαλα ρήματα κάποτε στην αδελφή σου την Κατερίνα ένα ρήμα […] της το είπα έτσι.  Μου λέει, μα τα θυμάσαι ακόμη; Όλα, λέω, τα ανώμαλα ρήματα, γιατί τα μαθαίναμε, έπρεπε να τα μάθουμε, δεν είχαμε περιθώριο, εσηκωνόσουσα στο μάθημα και αλίμονο σου αν δεν το ‘ξερες, ξύλο δεν τρώγαμε στο γυμνάσιο, στο δημοτικό δίνανε, εγώ δεν έφαγα ήμουν και ήσυχο και καλή μαθήτρια, αλλά το ξύλο ήταν τρομερό στο δημοτικό. Στο γυμνάσιο όχι σ’ έβγαζε έξω μόνο ε… είχαμε ανάγκη να μάθουμε, φοβόμαστε, ξέραμε ότι αυτό είναι η ζωή μας, ξέραμε ότι δεν έχουμε άλλη διέξοδο και όσοι φτάνανε στο γυμνάσιο να τελειώσουν, άλλοι να σπουδάσουν άλλοι να εργαστούν και υπήρχε πάντα… ενώ σήμερα όταν το κράτος έρχεται και σου λέει δεν επιτρέπεται να μείνει- η γνώμη μου είναι αυτή, η προσωπική- το παιδί στην ίδια τάξη και προχωράει με τις ατέλειες της μιας τάξης στην άλλη και στην άλλη, δεν μπορεί να υπάρχει ένα καλό επίπεδο μέσος όρος.
(Λέλα Μ. 1924,Συνέντευξη 20/2/2014, ΟΠΙΑ)
Ήταν ένας καθηγητής ονόματι Βρεττός, από χωριό ήτανε και μίλαγε και χωριάτικα λίγο κακός στο πρόσωπο, ούτε ωραίος, ούτε άσχημος, ο οποίος όμως ήτανε εξαίρετος καθηγητής, εάν δηλαδή θα ήθελα να ευχηθώ σήμερα στην παιδεία ε… να υπήρχε ένα υπόδειγμα, θα έβαζα αυτόν τον καθηγητή και μιλάμε ότι ε… έχω μια κρίση και γνώμη που είναι σωστή, θα ήταν να βάλω αυτόν τον καθηγητή να τον βάλω ότι όποιος μπορεί να είναι ο τέλειος καθηγητής να του μοιάσει.
Ήταν σου είπα από χωριό, εκάναμε λοιπόν ε… το ’40, προ του πολέμου, είχε ανεβάσει η Ελένη Παπαδάκη γνωστή που την εξετέλεσαν οι κουκουέδες, όπως λέμε, γιατί ε… συνεργάστηκε με Γερμανούς, τώρα λιγάκι και το ωραιοποιούν τότε, δεν ξέρω βέβαια τι έγινε, και για να την εκτελέσουν κάποιο θα υπήρχε, έπαιζε λοιπόν την Ιφιγένεια εν Ταύροις, πρωταγωνιστούσε Ιφιγένεια εν Ταύροις ε… στο έργο αυτό λοιπόν εμείς εκείνο τον καιρό στην Τετάρτη Γυμνασίου είχαμε Ιφιγένεια εν Ταύροις. Ο καθηγητής λοιπόν μας ερώτησε ποια παιδιά μπορούν να… θα πάμε εξώστη και φθηνά και το ένα και το άλλο να δούμε αυτά που σας διδάσκω να τα δείτε στο εθνικό θέατρο ε… τέλος πάντων καταφέραμε, όσοι μπορέσαμε ίσως και όλη η τάξη, με ένα πολύ φθηνό εισιτήριο, γιατί τότε, εάν σου έλεγαν και 5 δραχμές να πας σαν σχολείο ήταν πολλά, δηλαδή βάλε και τα ναύλα που θα πηγαίναμε δεν ήταν εύκολα τα λεφτά τότε και υπήρχε και φτώχεια μεγάλη πάντα, πάντα υπήρχε φτώχεια στην Ελλάδα.
Επήγαμε λοιπόν, μας πήγε ως καθηγητής να δούμε την Ιφιγένεια εν Ταύροις με την Παπαδάκη και μας παρακολουθούσε, πώς παρακολουθούσαμε, μας έκανε ερωτήσεις. Σε μια στιγμή λοιπόν, στο κορύφωμα της Ιφιγένειας του έργου παρεμβαίνει ο χορός γυρίζει και μου λέει, Π….., γιατί παρενέβη ο χορός, δηλαδή μας εξασκούσε. Λέω, κύριε καθηγητά, επειδή είναι πολύ δραματική η στιγμή για να απαλύνει λίγο την κατάσταση στους ακροατές. Μπράβο, μου λέει, θέλω να πω, δεν το λέω αυτό για να… ύστερα το πρόχειρό του, θα πω κάτι, το διατηρώ ακόμα μετά από ογδόντα… εβδομήντα πέντε χρόνια. Μας έκανε διάκριση θεάτρου, θέατρο είναι δράμα, πρόζα, κωμωδία, όπερα, οπερέτα, επιθεώρηση. Πού μπορείτε να γελάσετε, πού μπορεί να μιλήσετε, πού μπορεί να χειροκροτήσετε.
Είχα πάει προ δύο – τριών ετών στο Μέγαρο Μουσικής, έπαιζε μια  ωραία… μια όπερα, λέει ποτέ δεν θα διακόψετε στο δράμα και στην όπερα και στην πρόζα δεν θα διακόψετε ποτέ τον ηθοποιό να χειροκροτήσετε, όσο και αν σας αρέσει ε… θα περιμένετε θα τελειώσει το έργο θα χειροκροτάτε όσο θέλετε. Μας έδινε κάτι συμβουλές, τις οποίες προ ολίγων ετών τεσσάρων πέντε ετών δεν θυμάμαι πόσο ήταν, πήγα σε μια όπερα στο Μέγαρο Μουσικής. Ήταν λοιπόν σε μια στιγμή, η αλήθεια εξαιρετική, βλέπω κάτι κυρίες με 15 γούνες και 5 χρυσαφικά και άλλα 5 ρολόγια, σταμάτησαν τον… να χειροκροτάνε και, λέω, πριν από εβδομήντα πέντε χρόνια ένας καθηγητής μας καθοδηγούσε, πού πρέπει να χειροκροτούμε, σήμερα, λέω, δε βρίσκονται πεφωτισμένοι άνθρωποι στα παιδιά, εκτός από τα στεγνά μαθήματα, δεν ξέρω, είσαι καθηγήτρια, τα βλέπεις κάπως, τι έχετε περιθώριο να μάθουν και πέντε πράγματα επιπλέον.
Αυτά, σας μιλάω, ο καθηγητής αυτός, πριν ήμουνα… πριν εβδομήντα τέσσερα χρόνια για την ακρίβεια ήμουν 16 χρόνων και 74, 90. Λοιπόν, πριν από εβδομήντα τέσσερα χρόνια μας είχε μάθει, πού θα χειροκροτήσουμε, πώς θα σταθούμε και πολλά άλλα, αυτά τα αναφέρω ενδεικτικά ε… για το θέατρο τέτοια αγάπη που έκτοτε εξακολουθώ και έχω την ίδια αγάπη και όπου μπορώ, έχω ορισμένες δυσκολίες, λόγω μετακίνησης, πηγαίνω στο θέατρο και πάντα τον θυμάμαι. Τον θυμόμαστε όλη η τάξη…
(Λέλα Μ.1924, Συνέντευξη 20/2/2014, ΟΠΙΑ)
 Προπολεμικά, στα ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας. Μια άλλη εικόνα
Εγώ, όταν καταλήξαμε στην οδό Φυλής, τότε για ένα χρόνο ήμουνα την πρώτη μικρή, δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία, στο σχολείο του Τυχόπουλου. Ιδιωτικό σχολείο που ήταν σ’ ένα δρομάκι και απέναντι από την πόρτα μας, ακριβώς κάθετο στη Φυλής, ακροάτρια κάπως, δεν ήταν κανονικό σχολείο.
[…]
Θυμάμαι το εξής χαρακτηριστικό: ότι περισσότερο εγώ, ως μικρό παιδί, περισσότερο συμμετείχα στο μάθημα του χορού. Που μ’ άρεσε πάντα ο χορός. Και μας είχε βάλει για το τέλος του χρόνου να χορέψω εγώ τις κούκλες και ουγγαρέζα και η μαμά μου, η οποία έραβε μου είχε ετοιμάσει: η κούκλα ήταν από άσπρη οργαντίνα μ’ ένα καπέλο που είχε σύρμα έτσι κι έδενε εδώ και η ουγγαρέζα ήτανε με λουλούδια, με κορδέλες, τη μπλούζα αυτή θυμάμαι. Η φούστα ήτανε  θαλασσιά σατέν με βελούδινες κορδέλες από κάτω κι όταν ήταν να γίνουν οι εξετάσεις, είχα πάθει ιλαρά. Και δεν  πήγα. Και μείναν οι στολές. Αυτό ήταν απ’ την πρώτη μικρή που λένε.
[…]
Στην Αηδονοπούλου θυμάμαι φορούσαμε ποδιές μπεζ, είχανε πιέτες, κουφόπιετες, κι από πίσω είχανε κουμπάκια. Κι εμείς ξεκουμπώναμε τα κάτω κουμπάκια και τις πιάναμε έτσι και κάναμε τις νεράιδες. Στην αυλή. Αυτό ήτανε μόλις βγαίναμε στην αυλή, κάναμε τις νεράιδες. Θυμάμαι μία, πρώτη δημοτικού τώρα, και Δευτέρα, ίσως, θυμάμαι μία συμμαθήτριά μου, η οποία έγραφε τόσο ωραία γράμματα, και μέχρι πρό τινος θυμόμουνα…Νέλη. Νέλη, ε…Δούκα μου φαίνεται. Δούκα, Δούμα, κάπως έτσι. Έγραφε τόσο ωραία γράμματα και ζωγράφιζε μενεξέδες, κάτι λουλουδάκια ωραία. Το τετράδιό της. Αυτό το θυμάμαι. Εμ…θυμάμαι ότι η δασκάλα μου λεγόταν κ. Θεοδώρα, και ήταν λίγο ευτραφής, μαζεμένα τα μαλλιά της, ε…λίγο σαν την Πράτσικα, ας πούμε, τέτοιου τύπου, πολύ καλή θυμάμαι, δηλαδή δεν είχα πρόβλημα. Αυτά. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι απ’ την Αηδονοπούλου. Την αυλή τη θυμάμαι πολύ καλά.
(Μυρτώ Α., 1933, Συνέντευξη 19/3/2014, ΟΠΙΑ)
Εγώ στο σχολείο… πολύ στο σχολείο, στο 25 στην Αηδονοπούλου -αν έχω καιρό θέλω να γράψω γι αυτές τις μαθήτριες εκεί- υπήρχαν πολλές μαθήτριες, μια και μια. [κάτι θέλω να γράψω γι αυτό] Είχαμε καθηγητή τον Παρορίτη, το Σουρέα. Ο Παρορίτης μου είπε: Εσύ θα γράψεις. ‘Οπως μιλάς, οπωσδήποτε θα γράψεις. Οι δικοί μου πάλι όταν είδανε ότι ο Παρορίτης ήταν κάτι το επικίνδυνο για μένα με τραβολογούσαν συνέχεια να μη σπουδάσω και δε με άφησαν τελικά να σπουδάσω. ‘Οτι έμαθα το έμαθα μόνη μου.
(Διδώ Σωτηρίου, Συνέντευξη 1/4/1989, Αρχείο ΟΠΙΑ)
Στου Μπερζάν. Στου Μπερζάν …έκανα παρέα με τη Ροζίτα που ήταν από κάτω…κατέβαινα δηλαδή, γιατί όπως σου είπα ήμουνα γυρίστρα, πήγαινα εύκολα στα σπίτια και έκανα και πολύ παρέα μ’ έναν Αρμάνδο που καθότανε στη Μαυροματαίων, που πιο κάτω ήταν μια τεράστια πολυκατοικία, του παλιού καιρού, με, δεν ξέρω, πόσα διαμερίσματα μέσα και καθότανε εκεί. Πήγαινα συχνά στο σπίτι τους και παίζαμε. Ε…μ’ αυτόν ήμασταν ερωτευμένοι, στην Γ΄ Δημοτικού. Ο οποίος φορούσε, ήταν μικρούλης, τόσος δα, όπως κι εγώ δηλαδή. Φορούσε ή μια θαλασσιά πλεκτή φορμίτσα, που δεν ήταν παντελονάκι, ήτανε λίγο σαν…πολύ κοντό δηλαδή. Εμ…μπουκλέ, και είχε μια ίδια κίτρινη. Φορούσε πάντα ή το ένα ή το άλλο. Δεν φορούσαμε ποδιές εκεί Φορούσαμε τα ρούχα μας. Τα κανονικά. Ε…είχαμε ένα πολύ ωραίο μάθημα φυσικής, που κάναμε οξυγόνο, τέτοια, που μου άρεσε πάρα πολύ γιατί είχε τις δυνατότητες σαν σχολείο, δεν ήταν σαν το δημόσιο που δεν είχε τίποτα.
[Κάνατε πειράματα, δηλαδή;]
Πειράματα, πειράματα και μ’ άρεσε πάρα πολύ αυτό. Θυμάμαι ένα δάσκαλο  της φυσικής αυστηρό, ο οποίος μια φορά, μας έβαλε μια ερώτηση στην τάξη και είπε: Όποιος απαντήσει θα πάρει 20. Και απήντησα μόνο εγώ. Και πήρα 20. Αλλά ήτανε πολύ αυστηρός αυτός.
Θυμάμαι που είχα φάει ένα χαστούκι από τη γυναίκα του Μπερζάν, γιατί κάτι έκανα, μιλούσα, δεν ξέρω τι έκανα και με βγάλαν έξω απ’ την πόρτα,. Μ’ έβγαλε ίσως αυτός, ήταν ένας αυστηρός δάσκαλος αυτός της φυσικής, μ’ είχε βγάλει έξω από την πόρτα, κι ήτανε η τάξη μας, ήταν μια απ’ τις κρεβατοκάμαρες, ήταν ένας διάδρομος, αλλά ήταν η πρώτη-πρώτη μόλις ανέβαινες τη σκάλα. Με το που ανεβαίνει αυτή και με βλέπει έξω απ’ την πόρτα μου λέει: Τι κάνεις εσύ εδώ; Και γω γελώντας της λέω: Μ’ έβγαλαν έξω. Και μου λέει: Γελάς αναιδέστατη! Χρατς, μου αστράφτει μία (γέλια δικά μου).
Θυμάμαι επίσης ότι είχε μια ταμπέλα που τη θυμάμαι ακόμα, ένα καδράκι που έλεγε «όποιος θέλει, μπορεί.» Αυτό μούχει μείνει, σαν να το βλέπω, μέσα στην τάξη ήτανε, έξω απ’ την πόρτα, δεν θυμάμαι.
Εμ…θυμάμαι που κάναμε την προσευχή στη είσοδο. Ήτανε μαρμάρινη, και γύρω -γύρω ήτανε το γραφείο του Μπερζάν. Η διοίκηση. Κι είχε μια μαρμάρινη σκάλα που ανέβαινε πάνω, σν μαρμάρινη τη θυμάμαι πάντως, που ανεβαίναμε εμείς τα παιδιά, σαν αμφιθέατρο, και γινόταν η προσευχή. Η πρωινή. Πάντα. Ξεκινάγαμε με προσευχή, Το Πάτερ ημών.
(Μυρτώ Α.,  1933, Συνέντευξη 19/3/2014, ΟΠΙΑ)


Η εκπαίδευση στη δεκαετία 1940-50

Κατοχή

Τώρα, όταν ήρθε η Κατοχή…. ως προς το σχολείο τώρα να συζητήσω. Βέβαια όπως είναι γνωστό την πρώτη μέρα κλείσαν τα σχολεία. Από την πρώτη μέρα.
[…]
Το σχολείο ήταν κλειστό αρκετό διάστημα, προς το τέλος της χρονιάς άνοιξε το σχολείο, μάλλον άνοιγε, αλλά κατά διαστήματα έκλεινε είτε, γιατί υπήρχε πολύ ψείρα και δεν μπορούσαμε να κάνουμε μάθημα, ή γιατί εκάνανε επίταξη οι Γερμανοί, τα μεν μεγάλα κτήρια είχαν επιτάξει και μας πηγαίνανε σε μικρότερα σχολεία ,ιδιωτικά όπως τα λέγαμε, και γινόντουσαν μια περίληψη μαθημάτων, τώρα δεν μπορώ να πω ότι ήτανε… τα τρία χρόνια ουσιαστικά εγώ προσωπικά που με βρήκε Τετάρτη γυμνασίου, Τετάρτη, Πέμπτη και Έκτη, ουσιαστικά έχω διδαχτεί πολύ λίγα πράγματα.
[…]
Στην αρχή κάτι κάναμε περισσότερους μήνες. Προς το ’42 που τελειώναμε την Έκτη Γυμνασίου επήγαμε 15 μέρες, όχι και σωστές, έγινε το μάθημα και καμιά 10αριά οι εξετάσεις. Τώρα σε 15 μέρες, τι να μάθεις. Δεν μπορούσες να μάθεις τίποτε ε… και θυμάμαι την έκθεση που μας έβαλαν οι… ο γυμνασιάρχης. Η έκθεση ήταν το «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος». Εκεί έγραψα για πρώτη φορά, βγήκα πρώτη στην έκθεση, επειδή ήταν γεγονός που μπορούσε χωρίς πολλές περιγραφές να πω αυτό το οποίο ήθελα χωρίς να είμαι ας πούμε υποχρεωμένη να περιγράψω τα πουλάκια να κελαηδούν και τα δέντρα να ρίχνουν τα φύλλα τους, δεν είχα και καθόλου ταλέντο σ’ αυτό και επήραμε το απολυτήριο, μας βόηθησαν πολύ οι καθηγητές…
Παρά ταύτα το λέω για την σημερινή περίοδο, […] που είναι υποχρεωμένοι οι καθηγητές να προβιβάζουν τα παιδιά στην επόμενη τάξη. Παρά τη δυστυχία, τη φτώχεια, την κακομοιριά, την πείνα, τέσσερις μαθήτριες, ήταν θηλέων βέβαια τότε τα γυμνάσια και αρρένων χωριστά, εμείνανε στην ίδια τάξη τέσσερις μαθήτριες, οι οποίες ήταν πράγματι, δεν έγραψαν καθόλου καλά. Καίτοι οι καθηγητές μας βοηθούσανε,  βοηθούσαν τα παιδιά να βγαίνουμε οι καλύτεροι να τους λέμε… προπάντων στα μαθηματικά και σε όλα επίσημα την αντιγραφή.
[…]
Θυμάμαι λοιπόν ότι με τη φίλη μου την Κούλα, που είμαστε οι πρώτες στα μαθηματικά, είχαμε γεωμετρία πολύ δύσκολη και τριγωνομετρία, διαφωνούσαμε ποιος έχει δίκιο για να βοηθήσουμε την τάξη. Μας λέει λοιπόν η καθηγήτρια. Εγώ, λέει παιδιά, λέει σε μένα και στην [Κούλα], σηκωθείτε στον πίνακα, λύστε το θεώρημα να αντιγράψουν τα παιδιά, αλλά προσέχτε, όταν κάνω νόημα, σβήστε τα και κατεβείτε στην τάξη, στα θρανία. Σηκώθηκα με τη φίλη μου, διαφωνούσαμε. Κάποια είχε το δίκιο. Το λύσαμε πάντως, ή με βοήθεια και των δύο οπωσδήποτε, κατεβήκαμε και εμείς να το γράψουμε, […] σβήσαμε μετά τον πίνακα και δώσαμε τις κόλλες. Αυτή ήταν η βοήθεια που μας παρείχαν για να μπορέσουν τα παιδιά να μη μείνουν στην ίδια τάξη, επαναλαμβάνω όμως μείνανε και πάλι τέσσερεις μαθήτριες.
(Λέλα Μ. 1924, Συνέντευξη 20/2/2014, ΟΠΙΑ)

 Εμφύλιος (Αθήνα)

Είχα πρόβλημα στον Μπερζάν, είχα πρόβλημα…Αλλά όχι επειδή ήταν Εβραίος. Επειδή ήτανε γνωστό ότι τ’ αδέλφια μου ήτανε στην αντίσταση … και δεν… στην Τρίτη δημοτικού πήγα κανονικά, στην Τετάρτη δε με δεχτήκανε. Δεν ήθελαν να έχουν σχέση με τέτοια…Με αριστερούς, ας πούμε.
[…]
Εγώ όμως επέμενα τόσο πολύ που πήγαινα κάθε πρωί με τη σάκα μου και καθόμουνα έξω απ’ το γραφείο του δ/ντή. Ενώ δεν με είχανε γράψει, γιατί δε με θέλανε. Και πια, από τη μεγάλη επιμονή με γράψανε… και τέλειωσα εκεί το δημοτικό.
[Πώς το έκανες αυτό;]
Έτσι. Ήθελα να πάω σ’ αυτό το σχολείο…
 [Ναι, αλλά ένα μικρό παιδάκι να κάνει τέτοιο πόλεμο νεύρων στο δ/ντή, είναι αξιοπαρατήρητο!]
Τα μικρά παιδιά το κάνουνε γιατί δεν έχουν τις αναστολές των μεγάλων.
Κι επειδή τα μικρά παιδιά αυτό που θέλουνε επιμένουν να το κάνουν. Μετά το χάνουν αυτό και λένε α! μήπως δεν είναι σωστό και…
[Και δεν υπήρχε απ’ τους γονείς σου κάποιο…να σου πουν τι πάς να κάνεις, κάτσε εδώ. Σε είχαν αφήσει;]
Οι γονείς μου ήταν…οι γονείς μου μας επιβλέπανε από μακριά.Δεν ήταν στο σβέρκο μας καθόλου, αλλά ήταν παρόντες.
[…]
Απ’ το 5ο θυμάμαι ότι είχαμε κάνει πολύ δεμένες παρέες που μείναμε μέχρι μπορώ να πω πριν από τρία χρόνια.
[…]
Και κάναμε μάθημα στο παρεκκλήσι του Αγ. Νικολάου. Ο Αγ. Νικόλαος δίπλα είχε ένα σπιτάκι. Το οποίο είχε τρεις αίθουσες. Και τουαλέτες. Κι ένα γραφείο. Τρεις αίθουσες κι ένα γραφείο. Και κάναμε μάθημα εκεί. Και ο Γυμνασιάρχης λεγόταν, ένας βέβαια απ’ τους γυμνασιάρχες, θα υπήρχαν κι άλλοι μετά, λεγόταν  Χ…ος. Ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος, ψηλός  έτσι σαν αετός ήτανε. Είχε ένα μαλλί λίγο πεταχτό, εντυπωσιακό, πολύ καλός άνθρωπος, κι επειδή έγραφα καλά γράμματα, με βάζανε κι αντέγραφα τους καταλόγους με τις εμ…βαθμολογίες.
[…]
Εμ…εκεί πέρα οι…απέξω απ’ το σχολείο,…είχε τρεις αίθουσες: την αίθουσα που ήταν προς τον Λυκαβηττό, κι ήταν όλο αγόρια που μας κάνανε νοήματα. Είχε τζαμαρία. Γιατί δεν ήτανε για σχολείο…εγώ δεν ξέρω γιατί, είχα ενοχλήσει πολύ, ή μάλλον υποπτεύομαι, έναν καθηγητή φιλόλογο, ο οποίος λεγόταν Κ…..ας και ο οποίος στον πόλεμο τον Αλβανικό είχε χάσει από τον αστράγαλο και κάτω το ένα του πόδι κι είχε ξύλινο. Αυτός ήταν ένας μελαχρινός, ωραίος άντρας, λίγο αγριωπός, έτσι που έμοιαζε λίγο με τον Κάρι Γκράντ. Τώρα δηλαδή, μετά που τον φέρνω…γοητευτικός. Η τάξη δεν μας χωρούσε όλους στα θρανία, γιατί είμαστε σαράντα, πενήντα, ξέρω γω πόσο είμαστε, και καθόμασταν και στο πεζούλι του παραθύρου το οποίο έφθανε μέχρι την έδρα. Καθόμασταν και από κάτω απ’ την έδρα, πούχε το ξύλινο [βάθρο] καθόμασταν και εκεί γύρω. Και  τα βιβλία στα πόδια. Εμένα μου άρεσε να κάθομαι εκεί δίπλα, στον καθηγητή. Είτε αυτόν, είτε τους άλλους….παρακολουθούσα πιο καλά, δηλαδή όταν ήμουνα κοντά, παρά άμα ήμουνα πίσω, που χαζολόγαγα. Ο Κ….ς, επειδή ήτανε δεξιός, νομίζω ότι ήτανε αξιωματικός του στρατού, κι έχασε το πόδι του, ήξερε πάλι ότι η οικογένειά μου ήταν αριστερή, λέω εγώ, μόλις έμπαινε μέσα στην τάξη «Α…., έξω!» πριν αρχίσει το μάθημα. Εγώ την έβγαζα όλο έξω. Το ήξερα. Μόλις έμπαινε μέσα θα με πέταγε έξω. […] Ο μόνος ήτανε. Εντάξει. Δεν μ’ ένοιαζαν αυτά πολύ. Καθόλου. Σχεδόν αστεία μου φαινόντουσαν. Γιατί όλοι οι άλλοι καθηγηταί ήταν εξαιρετικοί.
Είχαμε κι έναν λατινικά, ο οποίος είχε φάει μια σφαίρα στο κεφάλι κι είχε μια πλάκα στο κεφάλι του. Απ’ τον πόλεμο. Ο οποίος επέμενε να μιλάμε λατινικά την ώρα που δίδασκε. Λοιπόν, μια ώρα μιλάγαμε λατινικά. Τώρα πώς μιλάγαμε, τι μιλάγαμε δεν ξέρω (γέλια). Θυμάμαι ότι επέμενε σ’ αυτό το πράγμα. Κι είχαμε κι ένα θρησκευτικό πάρα πολύ καλό. Ήτανε λίγο ασπρουδερός. Είχε άσπρα μαλλιά κι όταν ήθελε να μας επιβάλει την τάξη έλεγε: Ησυχία κορίτσια [τον μιμείται με απαλή φωνή, ήπια] και χτύπαγε το δάχτυλό του στην παλάμη του, τόσο «άγριος» ήτανε. Δεν είχαμε άλλα περιστατικά.
Ένα περιστατικό δυσάρεστο είχαμε, ως εξής:  Είχαμε μια κοπέλα η οποία ήτανε πάρα πολύ βρώμικη. Δηλαδή, αυτό ήτανε συνηθισμένο. Γιατί μετά τον πόλεμο, εμείς, ας πούμε, εδώ, είχαμε στο μπάνιο ένα θερμοσίφωνα μπρούντζινο, που καίγαμε ξύλα ή χαρτιά. Τ’ άλλα σπίτια ξέρω, εδώ πέρα πάνω έμενε μια φίλη μου, είχανε αποχωρητήριο και για μπάνιο είχανε στο πλυσταριό, στην αυλή. Και το αποχωρητήριο στην αυλή. Ήτανε τρία δωμάτια στη σειρά. Έμπαινες απ’ το ένα στο άλλο ή απ’ την αυλή, η κουζίνα, το πλυσταριό και η τουαλέτα. Στην αυλή. Που΄, στη σκάφη. Δεν ήταν εύκολο. Ήταν φυσικό να ήσουν βρώμικος, δηλαδή. Ψείρες, βέβαια, αλλά αυτή ειδικά πώς τη θυμάμαι και δεν ξέρω αυτή που τύχαινε, γιατί προσπαθούσαμε να μην καθόμαστε δίπλα της, όμως δεν μπορούσες νάναι τα θρανία άδεια και όλοι να καθόμαστε στις πεζούλες. Αυτό το θυμάμαι. Ήταν πολύ δυσάρεστο.
[…]
Εμ…στο σχολείο αυτό, στο δημόσιο, στο 5ο, μετά την Κατοχή πια, μετά τον πόλεμο δηλαδή, μας μοιράσανε τις κουρτίνες, τις μαύρες, γιατί είχαμε δυο βάρδιες: πότε κάναμε πρωϊ, πότε κάναμε απόγευμα. Λοιπόν, το βράδυ το χειμώνα ανάβαμε φώτα, κι ηθέλαμε συσκότιση. Και μας είχανε, είχαν δώσει στα σχολεία μαύρες κουρτίνες που ήτανε σαν ατλάζι, λίγο γυαλιστερές, βαμβακερές, μεγάλα κομμάτια, και όταν μετά τέλειωσε αυτή η ιστορία μας τις μοιράσανε για να τις κάνουμε ποδιές. Και μου έφτιαξε η μαμά μου μία ποδιά καταπληκτική, επειδή δεν μας έδωσαν το σχέδιο, η οποία κούμπωνε εδώ έτσι [δείχνει]
(Μυρτώ Α., 1933, Συνέντευξη 19/3/2014, ΟΠΙΑ)

 Εμφύλιος (Επαρχία)

Οι βαθμοί συνάρτηση των κοινωνικών φρονημάτων (1942-50)
Στο Γυμνάσιο πουου ήμουνα στη Λίμνη, ε τ’ αδέλφια μου είχανε βγει στο αντάρτικο. Ε και οι δύο ήτανε καπεταναίοι και βέβαια τους ε κυνηγούσαν. Ε και , υπήρχαν καθηγητές στο γυμνάσιο που βαθμολογούσαν φρονήματα και όχι αξία. Γιατί ενώ ήμουνα καλή, πολύ καλή μαθήτρια, ε οι βαθμοί μου ήτανε μικροί. Τέλος πάντων ρώτησε ο…, το γυμνασιάρχη ο πατέρας μου και λέει Ε, είναι λόγω των αδελφών της και που είσαστε οικογένεια κομμουνιστών και επομένως υπάρχουν καθηγητές οι οποίοι της δίνουν μικρούς  βαθμούς. Τέλος πάντων λέει ο πατέρας μου Δε θα την αφήσουμε άλλο εδώ, Ε, εν τω μεταξύ έγιναν άλλες δύο τάξεις στο Γυμνάσιο, Δεν την αφήσουμε εε, γιατί πρέπει να, παίρνει τους βαθμούς που αξίζει! …
[ΣΗΜ: Και η Αθηνά πήγε στην Κηφισιά]
 Ε, εκεί τώρα στοο… στην Κηφισιά που ήμουνα την πρώτη χρονιά που δε με ξέρανε, πήρα πολύ καλούς βαθμούς βγήκα πρώτη, μπήκα παραστάτης της σημαίας, λέω «Α! καλά είμαστ’ εδώ!» Αλλά, έτυχε ναα μαθευτεί ότι ο αδερφός μου περνούσε στρατοδικείο, ο μεγάλος, ε και από κει και πέρα τα πράγματα αλλάξανε! …
 [… ]
Αυτό ήτανε το 49, ε, το 46. 1946. Ε, οπότε ε, αναγκάστηκα να πάω στη Χαλκίδα, επειδή ήτανε κοντά ε με τη Λίμνη ε εκεί βρήκαμε ένα, ημιυπόγειο ήτανε που ζούσε μια γιαγιά, η οποία είχε δύο εγγονές που ήταν στην Αμερική και συμπτωματικά τη μία την έλεγαν Αθηνά και την άλλη Ελένη. Όπως έλεγαν εμένα και την αδελφή μου! Και αυτή δέχτηκε να μας φιλοξενήσει στοο δωμάτιό της,  και ε είχε ένα δωμάτιο, στο ένα στη μία άκρη είχε το κρεβάτι της, στην άλλη βάλαμ’ εμείς ταα δικά μας ταα ράντζα, για να μπορέσω να πάω στο Γυμνάσιο. Τέλος πάντων πήγα εκεί στο γυμνάσιο, στην αρχή δε με ξέρανε, ε έτυχε να γρά…- μας βάλουνε μία έκθεση, εε «Τι θα έκανα μπροστά σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα;»
[… ]
και μου πρότεινε ο γυμνασιάρχης να γράφω στην ε σχολική εφημερίδα που είχαμε γιατί μου λέει «Η έκθεσή σου ήταν πάρα πολύ ωραία». Ε, αλλά στο ενδιάμεσο της χρονιάς, ε γράφει στην εφημερίδα ότι περνούσε στρατοδικείο ο μεγάλος μουου, ο αδελφός μου αυτός που ήταν στο Μακρονήσι. Ξαναπερνούσανε στρατοδικείο. Και ε. έγραφε όλα τα στοιχεία του. Με φωνάζει ο γυμνασιάρχης και μου λέει «Αυτός που γράφει η εφημερίδα ότι περνάει στρατοδικείο γιατ’ είναι κομμουνιστής ε, τι τον έχεις;» Λέω «Τυγχάνει να είναι αδελφός μου!» Λέει: «αδελφός σου;» Λέω «ναι». …
[… ]
Και μετά άρχισαν να μου κατεβάζουν τους βαθμούς. Σταδιακά. …
[… ]
Και ε τέλος πάντων τέλειωσε η χρονιά, οι βαθμοί ήτανε τα χάλια τους! Πολύ χάλια. Ε, λέω στον πατέρα, «Πατέρα δεν είναι δυνατόν ναα συνεχίσω εκεί, ΚΑΙ δύσκολα περνάμε ΚΑΙ τους βαθμούς μου τους κάνανε χάλια», εγώ ήθελα να μπω στο Πολυτεχνείο, «με τι βαθμούς» λέω «θα μπω στο Πολυτεχνείο;»…
[…]
Τέλος πάντων πήγα στην Αθήνα, πήγα στο Γυμνάσιο έκανα τη μεταγραφή μου…
[…]
στους πρόποδες τους Λυκαβηττού δεν είν’ εκεί; Καλλιδρομίου! Το έβδομο γυμνάσιο. … Ε! πήγα εκεί στο Γυμνάσιο και λοιπά,  στην ε, αρχή, ε τα πράγματα ήτανε καλά. …
[…]
Τα ονόματα αυτών που πρωτοστάτησαν στην απεργία, ε και λοιπά. Και επομένως αυτοί είχανε και ε στοιχεία για τα αδέλφια μου και λοιπά απ’ τα στρατοδικεία –γιατί η ασφάλεια τα είχε όλα- οπότε, τέλος πάντων ε, δεν πήρα τους βαθμούς που έπρεπε να πάρω.
(Αθηνά Σ., 1930, Συνέντευξη 6/6/2014, ΟΠΙΑ)

Αστυνομική βία στα σχολεία-καταδότες εκπαιδευτικοί (1949-50)

Έπρεπε να κάνουμε φροντιστήριο στους καθηγητές ε που μας δίδασκαν, για να συμπληρώνουνε το μισθό τους, επειδή ήτανε μικρός ε ο μισθός. Εγώ βέβαια δεν υπήρχε δυνατότητα να κάνω φροντιστήριο! Και τότε βέβαια αντέδρασαν και άλλοι και κάναμε απεργία. Κάναμε απεργία, βέβαια εγώ συ- συμμετείχα και πρωτοστάτησα και στην απεργία γιατ’ ήμουν απ’ αυτούς που μ’ ενδιέφερε μην γίνουν. Βέβαια τότε έπεσε και αρκετό ξύλο, μάλιστα στη μέση μπήκαμε τα κορίτσια και γύρω-γύρω τ’ αγόρια και τρώγαν το ξύλο τα αγόρια (γελάκι)!

[είχε έρθει αστυνομία;]

Ναι! Βέβαια! Αστυνομία. Είχαν ειδοποιήσει.

[… ]

Εν τω μεταξύ ε εκεί έγινε μια ανακατωσούρα και λοιπά, κάτι ξανάγραψε ηη εφημερίδα  για τον άλλο μου αδελφό, τα είδανε στο, παρακολουθούσανε ε αυτοί, ε, ΗΡΘΕ και η ασφάλεια από Μπουμπουλίνας και είπε ότι ε «ποιοι μαθητές εδώ πρωτοστάτησαν στην απεργία και λοιπά», ε! ο γυμνασιάρχης δεν ήτανε και τόσοο καλός, ενώ είχε άλλους καλούς καθηγητές, έδωσε ονόματα! …

(Αθηνά Σ., 1930, Συνέντευξη 6/6/2014, ΟΠΙΑ)



Μεταπολεμικά

 «Κοινωνικών φρονημάτων» απαραίτητη προϋπόθεση και για ανώτατες σπουδές (δεκαετία 1950)

Ιδιωτικό φροντιστήριο! Κανονικό για τα παιδιά που θα έδιναν εξετάσεις σταα Πανεπιστήμια. Και στο Πολυτεχνείο. Πήγα εκεί παρακολούθησα το φροντιστήριο και λοιπάα αυτοί έμειναν ευχαριστημένοι, μου λέει είσαι πάρα πολύ καλή! Ε, εκεί. Λέω «Καλή είμαι! Αλλά μάλλον» λέω «πρέπει να σταματήσω». Μου λέει «γιατί;» «Γιατί» λέω «δεν έχω κοινωνικών φρονημάτων λόγω των αδελφών μου κι επομένως»- τότε έπρεπε να έχεις κοινωνικών φρονημάτων για να μπεις σταα ε Πανεπιστήμια! Χωρίς κοινωνικών φρονημάτων εγώ μέχρι τέλους! Τι θα πει «κοινωνικών φρονημάτων!» «Θα πει κοινωνικών φρονημάτων!».
Λέω «ότι δεν παίρνουν υπόψη τους αν εγώ είμαι καλή ή όχι, παίρνουν υπόψη τους από ποια οικογένεια είμαι! Τέλος πάντων εγώ» λέω «έχω φακελωθεί πριν γεννηθώ λόγω των μεγάλων αδελφών», και έτσι ε! βέβαια δεν μπήκα στο Πολυτεχνείο, δεν ε,  ε εκεί. Ε! τελείωσε, έφυγα και πήγα στην ε  στη Λίμνη.
(Αθηνά Σ., 1930, Συνέντευξη 6/6/2014, ΟΠΙΑ)

«Το σχολείο το θεωρούσαμε εχθρικό!»

Ήμασταν η γενιά η μετεμφυλιοπολεμική. Και όσοι είχαμε και τα περισσότερα παιδιά στις λαϊκές γειτονιές τα περισσότερα παιδιά ήτανεε παιδιά ανθρώπων ταλαιπωρημένων και, από την πολιτική ας πούμε συγκυρία και αυτό, ήταν ταλαιπωρημένα τα πιο πολλά. Και είχαμ’ έναν κώδικα που τον, δηλ. θεωρούσαμε, το θεωρούσαμε ΕΧΘΡΙΚΟ το κράτος. ΕΧΘΡΙΚΟ το σχολείο!
Έτσι, έτσι αισθάνομ’ εγώ, τώρα που το σκέφτομαι. Ότι το το το θεωρούσαμε ότι δεν ήταν δικό μας! Δεν ήταν δικό μας το κράτος! Όταν έβλεπες ότι τον πατέρα σου τον κυνηγούσαν, τον καλούσε η ασφάλεια ας πούμε έτσι για να τον δει, ίσα-ίσα για να τον τρομοκρατήσει να τον ταλαιπωρήσει. Αυτό το κράτος δεν ήταν δικό σου! Ή μ’ έπιαν’ εμένα ο ασφαλίτης –θα πω και τα’ όνομά του δε μ’ ενδιαφέρει!- Παπα… λεγότανε!- και με ρώταγε: «ποιανού είσ’ εσύ;» «του Κ…» «Α! του Κ… είσαι!» 8 χρονών και 10 χρονών παιδάκι, προσπαθώντας να με τρομοκρατήσει, αυτό το κράτος ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ!
Το θεωρούσα ότι ήταν ΕΧΘΡΙΚΟ ΜΟΥ! Γιατ’ ήταν εχθρικό προς την οικογένειά μου! Προς τον πατέρα μου! Έτσι; Και όταν ήξερα εγώ ότι ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος ε πώς το λένε, ΑΜΕΜΠΤΟΣ, ηθικά, έτρεχε παντού, προσέφερε αυτό που ΔΕΝ είχε, κι εσύ προσπαθείς να μου πεις ότι ο πατέρας μου ήτανε ξέρω γω, κακός άνθρωπος ή άπατρις! Που ο πατέρας μου πολέμησε ΠΑΝΤΟΥ! Κι εσύ ήσουν ταγματασφαλίτης στην Κατοχή; Κι ερχόσουνα εσύ να κρίνεις τον πατέρα μου και να μου τον κατακρίνεις! Τον θεωρούσα εχθρό! Δηλαδή το κράτος το θεωρούσα εχθρικό! […]
Και το σχολείο ήτανε κομμάτι του κράτους. Και κάπου εκεί ας πούμε, δεν δεν σεβόμασταν κάποια πράγματα. Που ουσιαστικά ήτανε δικά μας. Το θρανίο, το τζάμι. Όχι όλοι μας! Κάποια παιδιά.
Και δεν το θεωρούσαμε και τίποτα ας πούμε κακό! Το να κάνεις μια ζημιά. Δεν το θεωρούσαμε κακό. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της διχαστικής ας πούμε κοινωνίας που υπήρχε, που είχε επιβάλει τότε το κράτος της δεξιάς.
(Γιάννης Κ. 1952, Συνέντευξη 4/3/2015, ΟΠΙΑ)

Παρεμβάσεις της αστυνομίας στα σχολεία

Ασφαλίτες στο νυχτερινό γυμνάσιο
Σαν μαθητές [έρχονταν σχολείο] για νααα…κατασκοπεύουν τους μαθητές. Ποιοι ήταν αυτοί που δραστηριοποιόντουσαν πολιτικά, ποιοι μαθητές, και είχαμε και διάφορες ιστορίες μετά.
[Που σημαίνει ότι αυτοί είχαν μεγαλύτεροι ηλικία από σας.]
Βέβαια, μεγάλοι ήτανε, αστυνομικοί!
[Τους ξέρατε δηλαδή…]
Τους ξέραμε. Ο ένας ήταν ο Λουκανίδης. Τον είχαμε βγάλει εμείς Λουκανίδη, οι μαθητές, γιατί ήταν φαλακρός. Κι έλεγα…πώς να τον βγάλουμε, να τον βγάλουμε, που τον κοροϊδεύαμε… και τον βγάλαμε Λουκανίδη (γέλια) Ε! ήταν κι άλλοι. Μέσα στις τάξεις. Ήταν έντονη η πολιτική αντιπαράθεση στο σχολείο, κυρίως στο νυχτερινό γυμνάσιο. Κυρίως, γιατί εκεί, στο νυχτερινό γυμνάσιο ήτανε τα παιδιά των ανθρώπων που ήτανε στο κίνημα περισσότερο, που ήτανε φτωχοί άνθρωποι και που προσπαθούσανε να βελτιώσουνε τη ζωή τους, έτσι; και ήταν πιο οργανωμένοι στην Αριστερά.
[Ναι. Στα πρωινά δεν θα ήταν τόσο έντονο…]
Στα πρωινά όχι. Δεν ήταν τόσο έντονο. Στο νυχτερινό γυμνάσιο ήτανε, αλλά το νυχτερινό γυμνάσιο είχε και τη μεγαλύτερη οργάνωση.
(Αθηνά Π., 1948, Συνέντευξη 22/3/2014, ΟΠΙΑ)
Το νυχτερινό μαθητικό κίνημα

Το ΣΕΜΜΕ [Σύλλογος Εργαζομένων Μαθητών Μέσης Εκπαίδευσης] υπήρχε.  […] πώς το γνωρίσαμε εμείς. […] Το γνωρίσαμε από στέλεχος της Αριστεράς. Το οποίο ήτανε στο σχολείο. Ήταν μαθήτρια, δηλαδή, και η οποία ήτανε στο ΣΕΜΜΕ. […]

Μετά, το ΣΕΜΜΕ όμως, έφτιαξε επιτροπή στο σχολείο. Έφτιαξε το συμβούλιο του σχολείου. […] Και…εκεί στο Συμβούλιο του σχολείου ήμασταν 7 παιδιά. Επταμελές. Το οποίο το εκλέγαμε, κάθε χρόνο;  Όχι κάθε χρόνο. Και πιο αργά. Κάθε δυο χρόνια. Και μετά συμμετείχαμε…, κάποια παιδιά απ’ αυτά, βάλανε υποψηφιότητα και για το ΣΕΜΜΕ. Και είχα βάλει κι εγώ σε κάποια φάση υποψηφιότητα.

[…]

Ο στόχος μας ήταν να έχουμε πάντα καθηγητές, γιατί δεν είχαμε πάντα καθηγητές. Δηλαδή, στην αρχή κάθε χρονιάς δεν καλύπτονταν οι θέσεις των καθηγητών. […] Εμείς σαν συμβούλιο συγκεντρώναμε γονείς και πηγαίναμε στο Υπ. Παιδείας και διεκδικούσαμε τους καθηγητές. Ναρθούν οι καθηγητές μας στο σχολείο και να κάνουμε όλα μας τα μαθήματα.  […]

Το ένα ήταν αυτό. Το δεύτερο ήταν ότι στο σχολείο το νυχτερινό είχανε βάλει λεφτά. Δηλαδή οι μαθητές που δούλευαν έπρεπε να πληρώνουν για τις σπουδές τους ένα ποσό στο σχολείο. Γι αυτό πολλά παιδιά που ήταν φτωχά και δεν είχαν να πληρώσουν αυτή τη συνδρομή στο σχολείο, ε…τα διώχνανε τα παιδιά.[…]

Ναι. Τα διώχναν τα παιδιά. Και…με αποτέλεσμα εμείς να έχουμε να κινιόμαστε κατά,…υπέρ, υπέρ της δωρεάν παιδείας…στους νυχτερινούς μαθητές και να στρεφόμαστε κατά, στους καθηγητές οι οποίοι την ώρα του μαθήματος διώχνανε τα παιδιά επειδή δεν είχαν πληρώσει χρήματα. […]

Ναι, με το μήνα πληρώναμε. […]

Στο ημερήσιο, όχι, δεν πληρώνανε…[…]

Δηλαδή ήτανε φοβερή αδικία […]

Ε…η οποία βέβαια κάποια στιγμή έγινε δωρεάν. Αλλά πριν είχαμε αυτή τη διαδικασία. Ύστερα…ε…μαζευόμασταν οι μαθητές και κάναμε διάφορες εκδηλώσεις. Πηγαίναμε εκδρομές όλοι μαζί ε…πηγαίναμε σε θέατρα, κινηματογράφους…[…] Όλοι μαζί οι μαθητές. […] Και βολτούλες, εκδρομούλες τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε. Και…επίσης…ας πούμε, διεκδικούσαμε γενικότερα πολιτικές ελευθερίες, ε…κατεβαίναμε κάτω σε συγκεντρώσεις για την Κύπρο, ε…για εκδημοκρατισμό στην Παιδεία, το 1-1-4, δηλαδή και σε πολιτικό πεδίο οι μαθητές κινητοποιούνταν. Και κατέβαιναν στις γενικότερες συγκεντρώσεις που γινόντουσαν από άλλους φορείς γι αυτό το θέμα.

(Αθηνά Π. 1948, Συνέντευξη 22/3/2014, ΟΠΙΑ)

Μέτρα του κράτους για τη βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης μεταπολεμικά

Νηπιαγωγεία/ Παιδική Στέγη Πετραλώνων (αρχές δεκαετίας του 50)

Το κτίριο ήταν διώροφο, υπερσύγχρονο για κείνη την εποχή, κτιστό…με τζάμια, τζαμαρία δηλαδή, πεζοδρόμια μέσα στην αυλή, δενδράκια, πεύκα κλπ. Λοιπόν, μπαίναμε σ’ ένα πολύ μεγάλο χώρο πούταν σαν σαλόνι. Από πίσω είχε τουαλετίτσες, ε…και είχε δύο βασικά…ας πούμε…πήγαιναν τα παιδιά και τα χώριζαν σε δυο ηλικίες. Εγώ ας πούμε, μέχρι…πόσο να πω, ήμουνα τότε τριών χρονών, πρέπει νάμουνα με τα μικρά. Από 3-5,5 που πήγαιναν σχολείο ήταν τα μεγάλα. Και κάτω …στο…μάλλον εμείς ήμασταν  ισόγειο, αλλά καθώς ήταν τετράγωνα κι είναι επικλινή, εμείς ήμασταν ισόγειο, αλλά υπόγειο από την άλλη πλευρά. Εκεί είχαν τα μωρά. Τα βρέφη.
Υπήρχε κι ένα σαλονάκι, όπου μόλις τελειώναν τις δουλειές ερχόταν και μας παίρναν οι γονείς και ουδέποτε, ουδέποτε αφήσαν ένα παιδάκι να είναι μόνο του, μέχρι να έρθουν οι γονείς να πάρουν και το τελευταίο. Ό,τι και να είχε γίνει. Τι άλλο; Ήταν μεγάλοι οι χώροι.
Είχε το γραφείο, είχε από πίσω τουαλέτες, πρέπει να είχε κουζίνα, αφού τρώγαμε εκεί κάθε μέρα, στις αίθουσες που παίζαμε. Στήναμε τα τραπεζάκια και εκεί επίσης κοιμόμαστε. Είχαμε ραντζάκια, τα οποία τα είχαμε σε αποθηκούλες προσβάσιμες, κλείναν τα ραντζάκια και τα βάζαμε εκεί όταν τελειώναμε. Όταν ήταν να κοιμηθούμε τα παίρναμε –πανέξυπνα συστήματα, βρε Μαρία- πηγαίναμε τα παιδάκια με χαρά και τα ανοίγαμε μόνοι μας και πέφταμε πάνω στα ραντζάκια. Δεν βάζαμε σεντόνια, δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, αλλά κάτι μας σκεπάζανε, αυτό δεν το πολυθυμάμαι και κοιμόμαστε το μεσημέρι, μετά από το παιχνίδι και το φαγητό κάνα δυο ώρες και όταν τελειώναμε ή ήταν η ώρα νάρθουνε οι γονείς να μας παίρνουν, πάλι τα κλείναμε, μόνοι μας, και τα τσουλάγαμε σαν αυτοκινητάκια παρόλο που δεν είχαν ρόδες και τα πηγαίναμε στην αποθηκούλα. Ούτε χώρο πιάνανε ούτε τίποτα. Εεεε…είχαμε επιτραπέζια παιχνίδια. Αυτά…
(Ντίνα Τ. 1948, Συνέντευξη 22/2/2014, ΟΠΙΑ)

Δωρεάν Παιδεία

Κοίταξε, σπουδάσαμε τρία παιδιά μαζί, ξέρω ότι ζοριστήκανε οι γονείς μου, αλλά ποτέ δεν το μετρήσανε, εγώ ποτέ δεν κατάλαβα ότι, να τους βαραίνει, παρόλο που εκ των υστέρων ξέρω ότι δεν ήταν εύκολα. Δεν ήταν εύκολα και τό ‘χα πει και μια φορά στο, στη συνέλευση της σχολής όταν γινόταν η συζήτηση να σχεδιάσουμε τις καινούργιες εστίες του Ζωγράφου, ότι αν δεν είχε τύχει να σπουδάζω την περίοδο που ανέβηκε ο Παπανδρέου, το κέντρο στην εξουσία και ήρθε η δωρεάν παιδεία, δεν ξέρω πώς θα τα βολεύανε. Με παιδιά που σπουδάζανε και σε σχολές αρκετά απαιτητικές. Τα συγγράμματα της αδερφής μου ας πούμε που τον πρώτο χρόνο, το δεύτερο δεν ήταν δωρεάν ήτανε ακριβά. Η αρχιτεκτονική επίσης ήταν μια σπουδή, ε ακριβή, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα εγώ, δεν προβάλανε σ΄εμάς το κόπο, την θυσία ας πούμε που κάνανε. Όχι ίσα ίσα, ήταν και περήφανοι να χουνε 3 παιδιά να σπουδάζουνε.
(Αλέκα Μ. 1945, Συνέντευξη 8/7/2013, ΟΠΙΑ)

Αυξήσεις στους εκπαιδευτικούς

Γιατί ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε μεράκι με την παιδεία, είχε δώσει, αν το γνωρίζετε, ένα βαθμό, επειδή δεν μπορούσε να κάνει αυξήσεις στους μισθούς, είχε δώσει να διορίζονται οι καθηγητές με ένα βαθμό παραπάνω και είχε αύξηση, πρωτόγνωρη για τους εκπαιδευτικούς αύξηση.

(Νώντας Σ. 1949, Συνέντευξη 23/6/2013, ΟΠΙΑ)

Το κλίμα στα σχολεία μεταπολεμικά

Στην επαρχία τη δεκαετία του 50

Καλά, ναι το Γύθειο είναι μια μικρή επαρχιακή πόλη, μανιάτικη. Αυτό τι σημαίνει; Με πολύ έτσι αυστηρά ήθη, τουλάχιστον την εποχή που εγώ μεγάλωνα και όταν είσαι μικρό παιδί αυτό είναι,  ακόμα και εκεί όμως σε πολύ μικρή ηλικία είχαν συμβεί διάφορα, αλλά κυρίως στην εφηβεία, σίγουρα ασφυκτιά κανείς, ακόμα και στην Σπάρτη που υπάρχει μεγάλη διαφορά, η Σπάρτη είναι πρωτεύουσα, μεγάλη πόλη, μιλάω για τον μισό χρόνο που έμεινα, αλλά ακόμα και εκεί η η η επιτήρηση, υπήρχαν οι, δεν ξέρω μπορεί να υπήρχαν και στην Αθήνα (σύντομο γέλιο), οι παιδονόμοι, θυμάμαι την αδερφή μου που στην τελευταία τάξη του γυμνασίου κινδύνευσε να έχει διαγωγή που δεν ήταν κοσμιοτάτη, γιατί όλη της η τάξη αγόρια και, ήταν μεικτό το σχολείο στο Γύθειο, στην Αθήνα πήγαινα σε θηλέων και στην Σπάρτη σε αρρένων (γέλιο) ήμασταν 4 κορίτσια και 40 αγόρια στην Σπάρτη. Κινδύνευσε ναι να χαρακτηριστεί, να πάρει διαγωγή ξέρω γω κοσμία, τι θα ‘παιρνε επειδή όλη της η τάξη πήγανε μια βόλτα λίγο έξω από το Γύθειο. Χαμός.

Φορούσαμε, καλά και εδώ τα παιδιά και στην Αθήνα και στην Σπάρτη φορούσαμε ποδιές, δεν ξέρω εσύ πώς έχεις μεγαλώσει (γέλιο), ε εμείς είχαμε μαύρες ποδιές με άσπρο γιακαδάκι το οποίο γιακαδάκι το ράβαμε και το ξεράβαμε, το ξηλώναμε για να πλένεται πιο συχνά γιατί βρώμιζε και μπερέ, αν δεις φωτογραφίες, και μας μετρούσανε ξέρω γω να είναι το μπερεδάκι 4 δάκτυλα πάνω από εκεί που αρχίζουν τα μαλλιά. Ε τα αγόρια πηλίκιο.

Αυτά βέβαια πρέπει να υπήρχαν και στην Αθήνα, απλώς η τήρησή τους πρέπει να ήταν λίγο πιο ελαστική, απ΄ ό,τι… εμείς δεν μπορούσαμε να κυκλοφορίσουμε με άλλα ρούχα τις καθημερινές.

(Αλέκα Μ. 1945, Συνέντευξη 8/7/2013, ΟΠΙΑ)

Στην Αθήνα τη δεκαετία του ’50 και του ’60

[Το δημοτικό] Ε…ήτανε μεγάλο σχολείο, άνετο ευρύχωρο, φωτεινό, πολύ όμορφο σχολείο, το χαίρονταν τα παιδιά. Πριν απ’ αυτό υπήρχαν παράγκες, στις παράγκες κάνανε τα παιδιά μάθημα, έτσι; Και…οι δάσκαλοι επίσης ήτανε άτομα τα οποία ήταν ευαίσθητα και φρόντιζαν για τα παιδιά παρότι είχαν τη νοοτροπία, έκανες ζημιά, άνοιξε τα χέρια σου, τσκ, τσκ, τσκ, τσκ, δίναν ξυλιές, ας πούμε, ωστόσο εγώ, τους θυμάμαι όλους τους δασκάλους που πέρασα, τους θυμάμαι με πολλή αγάπη και με…ότι μου δώσανε κάποια πράγματα, ότι πήρα κάποια πράγματα απ’ όλους αυτούς τους δασκάλους. Ε…
[…]
Στο δημοτικό; Δεν θυμάμαι να υπήρχε ανταγωνισμός. Ε…εντάξει, υπήρχαν οι καλοί μαθητές που τα παιδάκια τους θαυμάζαμε.[…]
Θυμάμαι το Μιχαλάκη. Ήταν ένα παιδί που προερχόταν από μια μεσοαστική οικογένεια η οποία είχε προϋποθέσεις για να δώσει και προϋποθέσεις στα παιδάκια της, ενώ τα’ άλλα κάναμε ότι μπορούσαμε μόνα μας, βασικά. Ε…και…ο Μιχαλάκης, βέβαια, απέπνεε έναν πολιτισμό, σαν εμφάνιση, το ίδιο το παιδί, ας πούμε, σαν συμπεριφορές, έτσι; Και ήτανε και πολύ καλός μαθητής. Οπότε όλα τα παιδιά όταν μιλάγανε για το Μιχαλάκη, ο Μιχαλάκης ήτανε το κάτι άλλο στο σχολείο. Όχι με ζήλια, ζηλοφθονία, όχι. Με αγάπη τον θυμόντουσαν τα παιδιά. Και γω επίσης…Τέλος πάντων. Αν κάποιο παιδάκι ήταν καλό, τάλλα  το αποδέχονταν, δεν υπήρχε…μικρότητες ας πούμε, μεταξύ τους τα παιδιά.
[Τι μαθήματα κάνατε;]
Κάναμε ανάγνωση, αριθμητική, γεωγραφία, ιστορία, θρησκευτικά, γυμναστική κάναμε,  πάρα  πολύ γυμναστική, κι ίσως αυτό μας βοηθούσε τα παιδιά νάμαστε μεταξύ μας αγαπημένα, γιατί πολλά παιδάκια είχανε, αυτά κυρίως τα οποία δεν πηγαίνανε τόσο πολύ προς τα γράμματα, ε…επειδή η συνοικία ήταν ελεύθερη, τα παιδιά τρέχανε, παίζανε, είχαν καλές επιδόσεις. Δηλαδή μπορούσε ένα παιδάκι το οποίο δεν σκάμπαζε τίποτα από πλευράς γράμματα να είναι πρώτο στο τρέξιμο ή ας πούμε να κάνει γυμναστική, κάναμε κατακόρυφο, γέφυρες, κάναμε παιχνίδια με τα τσουβάλια που τρέχαμε,  ισορροπία με τα αυγά και […] αυτό, ήτανε έτσι πολύ καλό, στο ότι ξέραμε ότι ο Κωστάκης θα βγει πρώτος στο τρέξιμο ή ότι η Μαρία δεν της πέφτει το κουτάλι με το αυγό με τίποτα.
(Αθηνά Π. 1948, Συνέντευξη 22/3/2014,ΟΠΙΑ)
[Στο δημοτικό] Είχαμε μεγάλες διαφορές. Στην Κυψέλη τότε, στο σχολείο, είχαμε μεγάλες διαφορές στην τάξη. Επειδή η Κυψέλη ήταν από το σχολείο που ήμουνα και κάτω, μένανε … παιδιά γιατρών, δικηγόρων,… πώς το.. πο- ε, μεσαία τάξη με μορφωμένες οικογένειες και τα παιδιά που ερχόμασταν από την άλλη μεριά του σχολείου, ε, σύνορα προς την Κυψέλη, ε, προς το Γαλάτσι, ήμασταν τα παιδιά που δεν είχαμε την παραμικρή βοήθεια στοο σπίτι και ήταν πολύ δύσκολα για μας. Ε, τι άλλο… Ε, αυτό που θυμόμα- ε, θυμάμαι, τη βοήθεια της ΟΥΛΤΡΑ που μας δίνανε, (ε, το είπαμε και στο πρώτο μέρος της συνέντευξής μας), με το τυρί και με το, γάλα που μας δίνανε κάθε πρωί, Ε, … είχαμε ΠΟΛΥ περιορισμένο χώρο, ε ναα, στην αυλή, πολύ στενό ήτανε και στρωμένο κάτω με ένα, το γυαλιστερό τοο τσιμέντο, αυτό που μοιάζει με βιομηχανικό πάτωμα, και εκεί σπάγαμε κεφάλια, πόδια, εε,
(Νίκος Θ. 1952, Συνέντευξη 10/6/2013, ΟΠΙΑ)
 Απ’ όλους τους καθηγητές μου κάτι πήρα. Ειλικρινά απ’ όλους  κάτι πήρα. Ιδιαίτερα, ξέρετε επειδή είναι πιο πολλές οι φιλολογικές ώρες, τους φιλολόγους τους θυμόμαστε περισσότερο. Έτυχε να έχω επί τετραετία ένα Τριαντάφυλλο Δελή, καθηγητή, ο οποίος μετεξελίχθηκε μετά και σε σημερινό σύμβουλο, αρχιεπιθεωρητής να πούμε. Και αυτός με έμαθε πολλά γράμματα  και ήταν και δίκαιος άνθρωπος, διότι εκ των υστέρων έμαθα ότι σε αυτό το σχολείο συμβαίνανε και πολλά παρατράγουδα. Εμείς τότε δεν είμαστε αυτά, εμείς αποτελούσαμε τον μαϊντανό της ιστορίας και καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια να το βγάλουμε αυτό το σχολείο και τα καταφέραμε και πήραμε πτυχία και γι αυτό το πράγμα καμαρώνω.[…].
Δεν ξέρω αν κάνανε ιδιαίτερα, οι μαθητές κάνανε ιδιαίτερα κάπου, έτσι; Διότι συνάντησα έναν επιθεωρητή μετά, έβγαλες μου λέει την Βαρβάκειο, χωρίς να έχεις κάνει φροντιστήριο; Ήτανε μπροστά και η σύζυγός μου, λέω: δεν το ‘ξερα ότι κάνουν φροντιστήρια. Μου λέει: είσαι αξιέπαινος. Και φυσικά δεν ήμουν ο μόνος, ήμασταν καμιά δεκαριά;;; οι οποίοι δεν είχαμε την δυνατότητα να κάνουμε φροντιστήρια και το παλεύαμε μόνοι μας.
(Νώντας Σ., 1949, Συνέντευξη 23/6/2013, ΟΠΙΑ)
Η αλλαγή, [από το γυμνάσιο της Σπάρτης σε γυμνάσιο της Αθήνας] η αλλαγή, κοίταξε ήταν ένα σοκ, ήταν ένα σοκ. Στη Σπάρτη παρόλο που πήγα ας πούμε σε ένα σχολείο ξένο, ήταν σου λέω 40 αγόρια και 4 κορίτσια, στο Γύθειο ήμαστε μισοί μισοί, εξακολούθησα να είμαι η καλή μαθήτρια, ε και εντυπωσίαζε τους συμμαθητές μου το ότι παρόλο που ήταν πρακτικό, εγώ ήμουνα καλή και στα αρχαία και στα ελληνικά και αυτά, διάβαζα, σου λέω όχι πάρα πολύ και θυμάμαι ότι είχα κάτι συμμαθητές σαΐνια στη Σπάρτη, στα μαθηματικά έτσι, μυαλά. Αυτό δεν έχει σημασία.
Στην Αθήνα όμως ήταν δύσκολα τα πράγματα. Εντάξει θηλέων σχολείο, πρώτη φορά εγώ ήμουν σε θηλέων στην ουσία, ε εβδομήντα παιδιά στην τάξη, 70 κορίτσια, δεν ήξερα γαλλικά έπρεπε να παρακολουθήσω τα γαλλικά και δεν με απαλάσσανε και αυτό μου κατέβαζε το βαθμό, ε υπήρχε μια δυσπιστία από τους καθηγητές, στο Γύθειο με ξέρανε, ε στη Σπάρτη δεν με ξέρανε, αλλά δεν μού ΄ταν δύσκολο να είμαι καλή, ε εκεί ζορίστηκα. Ε μου στοίχισε δηλαδή αυτό το πράγμα και μετά άρχισα και το φροντιστήριο που και εκεί ήταν ζόρικα τα πράγματα. Καινούργια πράγματα…
(Αλέκα Μ. 1945, Συνέντευξη 8/7/2013, ΟΠΙΑ)
Μπορώ να πω ότι στη διάρκεια της σχολικής θητείας [στο νυχτερινό γυμνάσιο Ν.Ιωνίας]οι καθηγητές ήταν καλοί και ήταν άνθρωποι οι οποίοι προέρχονταν με σπουδές απ’ το εξωτερικό. Δηλαδή είχαμε καθηγητές οι οποίοι είχαν βγάλει το εργατικό πανεπιστήμιο του Παρισιού. Είχαμε καθηγητές οι οποίοι είχανε σπουδάσει στην Αγγλία και είχανε επιστρέψει, ήτανε καθηγητές με προϋποθέσεις, θα λέγαμε, οι οποίοι το…αυτό το βγάζανε μέσα στις τάξεις, δηλαδή τις προϋποθέσεις τις δείξανε. Και τραβήξανε τα παιδιά πολύ προς τη γνώση.
Εγώ θυμάμαι χαρακτηριστικά το μαθηματικό ο οποίος ερχόταν πάντα με κάτι στα χέρια, με μια ζυγαριά, μ’ ένα καθρεφτάκι, με κάτι εποπτικό, εντυπωσιακό, όμως, μας εντυπωσίαζε στην  αρχή και μετά μας έλεγε,[…]  κάθε φορά που ερχότανε δηλαδή, και στο τέλος της χρονιάς, ο κατώτερος μαθητής είχε 16! Ο κατώτερος μαθητής! Μιλάμε ότι η πλειοψηφία της τάξης είχε φτάσει 19-20. Στα μαθηματικά! […]
Επίσης θυμάμαι πολύ καλά τον ιστορικό, ο οποίος ο ιστορικός, ε…ανέπτυσσε το κριτήριο. Μας ανέπτυσσε το κριτήριο. Δηλαδή έλεγε, ας πούμε, για τον…θυμάμαι ένα, το χαρακτηριστικό: Γιατί οι Τούρκοι δώσανε προνόμια στους Έλληνες; Και γω έκανα, όχι εκα… ήμουνα  κουρασμένη  κι ακούμπαγα στην κολόνα και κοιμόμουνα. Οπότε λέει, να πει η Ζ… Οπότε σηκώθηκα επάνω,   τον άκουγα,  όμως  δεν κοιμόμουνα, απλώς ήμουνα πτώμα. Και λέω, κ. καθηγητά, όταν ένα λαό τον καταπιέζεις, τον καταπιέζεις [τρις] πολύ, στο τέλος θα εξεγερθεί. Όταν του δώσεις προνόμια δεν θα εξεγερθεί. Γιατί να εξεγερθεί. Και ήταν ένας μαθητής, απ’ αυτούς τους δεξιούς, ας πούμε τους αστυνομικούς, και πετάγεται εκεί και λέει: την κομμουνίστρια, που λέει όλα τα κομμουνιστικά της εδώ, θέλει να μας τα φέρει.Τι είναι  αυτά κ. καθηγητά! Και τον σταματάει και του λέει:[…] πές μου εσύ γιατί δώσανε προνόμια. Και, βέβαια, λέει αυτός γιατί οι Έλληνες ήτανε δυναμικοί μπουρδούμ μπουρδούμ και, τι δυναμικοί, του λέει, αφού τους είχανε σκλάβους. Τι μου λες τώρα. Πες μου, λέει, λόγο. Ν’ ακούσουμε έναν πραγματικό λόγο. Αυτό ήταν ένα απ’ τα πολλά. Γιατί κάθε φορά μας έβαζε αν δεν ήταν αυτό κι ήταν εκείνο, ας πούμε, τι θα γινότανε…Κι έτσι μας ανέπτυσσε την κρίση, […]
Και πολλά παιδιά του νυχτερινού γυμνασίου μπήκανε στα πανεπιστήμια. Μπήκανε. Πολλά παιδιά απ’ το νυχτερινό.
(Αθηνά Π. 1948, Συνέντευξη 22/3/2014, ΟΠΙΑ)

 Νέα προβλήματα στο χώρο του σχολείου (δεκαετία 80)

Ναρκωτικά και κάπνισμα

Ε…. όχι, ως προς τα μαθήματα, εν τάξει, μια χαρά ήμουνα, άριστη και πάλι…Ε, τότε στο γυμνάσιο είχαμε λίγο αυτό το φόβο των ναρκωτικών, γίνονταν διάφορα , εμ…υπήρχε δηλαδή, κινητικότητα απ’ το σχολείο σχετικά με τα ναρκωτικά, γινόταν διάφορα, πολλές φορές μπορεί να γίνονταν συγκρούσεις στην…διάφορες ομάδες που είχανε εμπλακεί σε τέτοια πράγματα….[…] Μαθητών και εξωσχολικών. Ναι ήτανε έντονη περίοδος, κάπως, ήδη απ’ το γυμνάσιο.
(Ο.Κ., 1972, Συνέντευξη 15/6/2013, ΟΠΙΑ)

Υπήρχανε κάποιοι που το είχανε ξεκινήσει από την γ΄ γυμνασίου, αλλά δεν ήτανε στις παρέες μου. Υπήρχε ρατσισμός…

[Ρατσισμός από τους μη καπνιστές προς τους καπνιστές;…]

Ναι.
[Εσείς τι φοβόσαστε απ’ τα ναρκωτικά και τους εξωσχολικούς;]
Εντάξει, οπωσδήποτε….εντάξει, εγώ δεν φοβόμουνα κάτι ιδιαίτερο γιατί τα πάρτι που πήγαινα ήτανε γνωστά παιδιά, αλλά α… εντάξει πρόσεχα να μην πηγαίνω σ’ αυτές τις καφετέριες που σύχναζαν τέτοιοι τύποι…εμ…περιοχές όπως σούπα ο Κολωνός, πούχε κακή φήμη…
[Φοβόσασταν ας πούμε μη σας ρίξουν στο ποτό ουσίες, χάπια κλπ.]
Ε…ναι…οι γονείς φυσικά φοβούνταν περισσότερο και υπήρχε μεγάλος έλεγχος.
(Ο.Κ., 1972, Συνέντευξη 15/6/2013, ΟΠΙΑ)