Οι συνθήκες δουλειάς – ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ

Εργοστασιακές εργάτριες, ωράρια και προπολεμική εντατικοποίηση

 

Οργάνωση της εργασίας στο καπνεργοστάσιο (δεκαετία 1930)

Αναγκάστηκε κιόλας η μητέρα μου [χήρα με δύο παιδιά] να δουλέψει… Σκληρή δουλειά, παρόλη την περιουσία που είχε, γιατί δεν της πήγαινε να πουλήσει κάτι. Στα περιβόλια, Μαρία μου [δούλεψε]. Τότε, όλη η περιοχή, μετά τις Τρεις Γέφυρες ήταν όλη περιβόλια και βοτανίζανε…

Μετά δούλεψε στο καπνεργοστάσιο Καραβασίλη, το οποίο ήταν απέναντι από το Σταθμό Λαρίσης στην οδό Φιλαδελφείας…Είχε 4 τμήματα. Το ένα ήταν κυτιοποιείο, έβγαζε δικά του κουτιά για να βάζει τα τσιγάρα. Το άλλο ήταν εκεί που χωρίζανε τον καθαρό καπνό από τον πιο δεύτερο. Εκεί δουλεύανε γυναίκες. Το άλλο ήταν οι μηχανές που κόβαν τον καπνό και γέμιζαν τα τσιγάρα και μεις [κορίτσια από 15 χρόνων] ήταν το τμήμα που έβαζε τα τσιγάρα στα πακέτα.

[Τα τσιγάρα ] Τα φέρναν από κάτω, απ’ τα μηχανήματα…

[Α! Εργάτες…]

… Τα τύλιγαν σ’ ένα χαρτί, από τη μηχανή, φαίνεται, σε δεσμίδες, 100-200 τσιγάρα, τα οποία ανοίγανε πάνω στο κρύσταλλο και τα παίρναμε εμείς και τα βάζαμε.

[Πόσα τσιγάρα είχε το κουτάκι;]

Είκοσι… Δυο σειρές: δέκα πάνω, δέκα κάτω…

[Α! οι 400 ήταν εργάτες;]

Ναι. Εμείς είμαστε 90 στο τμήμα μας. Δεν ξέρω πόσοι ήταν στο κυτοποιείο, πόσοι στις μηχανές και αλλού. Στο δικό μας  τμήμα είμαστε 90 κοπέλες. Συν ο προϊστάμενος, να πούμε…
Σ’ όλα, στα τρία τμήματα … ήταν όλο γυναίκες, στις μηχανές όλοι άντρες.

[Τι ηλικία είχαν οι εργαζόμενοι κατά μ.ο.;]

Α! Ήταν μεγάλοι, ας πούμε, δηλαδή πάνω από 20 όλοι… Μέχρι που να πάρουν τη σύνταξή τους.
[ωράριο]… Δουλεύαμε όλη την ημέρα. Από τις 8 το πρωί μέχρι τις [5] το απόγευμα που τελειώναμε. Κάναμε μια ώρα διακοπή το μεσημέρι… από τις 12 ως τις 1…Οχτάωρο. [Μετά έκλεινε το εργοστάσιο]… κι είχε το φύλακά του.

[Δουλεύατε βέβαια επί 6 μέρες. Και το Σάββατο.]

Βέβαια, βέβαια…

(συνέντευξη της Μ.Α. στην ΟΠΙΑ, 23/6/2013)


στο κλωστοϋφαντουργείο

Στο εργοστάσιο δεν μπορούσαν να μιλήσουνε. Πηγαίναμε στις τουαλέτες και μας παρακολουθούσαν πόση ώρα θα κάνουμε! Καλά, οκτώ ώρες δουλεύαμε, αλλά αναγκαζόμασταν να δουλέψουμε περισσότερο και κάναμε υπερωρίες. Οι υπερωρίες ήταν πόσα μέτρα θα βγάλεις, με το κομμάτι. Το δε μεροκάματο έπρεπε να βγάλεις ορισμένα μέτρα, υπήρχε πάλι όριο, δεν μπορούσες να βγάλεις πιο λίγο…

(συνέντευξη της Β.Λ., στην ΟΠΙΑ, 1/9/1989)


μεροκάματο και άλλες απολαβές

Βεβαίως τα λεφτά τα δίνανε στο σπίτι για να σε ζήσει, … όχι δεν είχανε προσωπικά τους λεφτά. Και για το ντύσιμο… Ανάλογα το κάθε σπίτι, εμάς τα έπαιρνε η μαμά μου και μας ψώνιζε κανένα φορεματάκι. Εγώ ιδιαίτερα όταν δούλεψα στου Δρακόπουλου, όταν βγάζαμε υφάσματα μπαμπακερά, βγάζαμε αυτά τα ντρίλια που λέμε που παίρνανε οι αγρότες παντελόνια… και επειδή αυτός είχε ένα επιτελείο καλό σχεδιαστών έβγαζε ωραία σχέδια, μας έκανε λοιπόν μία ρόμπα το χρόνο ένα ύφασμα  και φώναζε μία μοδίστρα και έκοβε δύο φύλλα εκεί… και τα φοράγαμε για να δουλεύουμε.

Πολλές από μας τα φτιάξανε καλύτερα επάνω τους και κυκλοφορούσανε κι’ έξω μ’ αυτά. … Επειδή δουλεύαμε συνέχεια και επειδή δεν είχαμε καιρό να κάνουμε περίπατους δεν μας χρειαζόντουσαν τα ρούχα! (γέλια). Ναι, … γιατί εκτός από την υπερωρία προσπαθούσαμε να βγάλουμε και υπερπαραγωγή για να ανέβει λίγο το ποσοστό του μεροκάματου. Ας πούμε ένα τόπι ύφασμα ήθελε αυτός την ημέρα κι’ όταν βγάζαμε δύο έρχονταν περίπου δέκα δραχμές στο τόπι το δεύτερο …

(συνέντευξη της Β.Λ., στην ΟΠΙΑ, 1/9/1989)


Το εργοστάσιο και η Όπερα

Με παίρνει ο Φίλιππας [ο άντρας της] μου λέει πάμε και πήγαμε στην Όπερα Ακαδημίας, εγώ από τη βουή του εργοστασίου γιατί είχε μεγάλη βουή δεν άκουγα γιατί εκεί ούτε και να φωνάξεις δεν σ’ ακούει η διπλανή όπως είμαστε έτσι κοντά για να πεις παρακολούθησε με έπρεπε να φωνάξεις ου! ου! κι’ άκουγε και ερχότανε κοντά σου να της πεις κάτι που ήθελες να της πεις η εκείνη αν ήθελε, ήταν πολλή η βουή και δεν μπορούσες να φωνάξεις, Δέσποινα, Κική, τίποτα δεν άκουγε. Και το χνούδι απ’ την άλλη μεριά που ήταν τόσο πολύ και σ’ έπνιγε, τη νύχτα βήχαμε όλη νύχτα απ’ το χνούδι, ώσπου συνήθιζε κι’ όταν πέρναγε ένας χρόνος έπαυε ο βήχας! Γέμιζαν με χνούδι τα πνευμόνια μας …

Ασπρίζαμε σαν χιονισμένες, σαν να ήμασταν στο χιόνι, κι’ αρχίζαμε και τα καθαρίζαμε από πάνω μας, βρέχαμε με νερό τα χέρια μας τα μαλλιά μας, για να βγούμε να πάμε σπίτι μας. Γι’ αυτό το λόγο με στεναχώρησε η συναυλία αυτή που με πήγε.

– [μιλάει ο άντρας της] Μπετόβεν ακούσαμε. Την Ενάτη.

(συνέντευξη της Β.Λ., στην ΟΠΙΑ, 1/9/1989)



ΟΙ ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ 

Μενιδιάτες (Αρβανίτες), οι γαλατάδες της Αθήνας (δεκαετία ’30)

Ήταν ονειρεμένο θέαμα, οι Μενιδιάτες με τη στολή τους, … με πουκαμίσες… από πάνω σαν ζακέτες, στενές-στενές, και φέσι στο κεφάλι, και είχανε δυο μεγάλους κάδους σιδερένιους στα γαϊδουράκια και … πουλούσαν το γάλα. Ξεκινάγανε στις 5 η ώρα το πρωί …. Αυτό συναντούσες. Τους πρώτους όταν σηκωνόσουν πρωί. Τους Μενιδιάτες στην Αθήνα να μοιράσουν το γάλα. Αυτό μπορώ να σου πω ότι συνεχίστηκε μέχρι το ’40…που μοιράζανε  γάλα στα σπίτια. Δεν υπήρχαν Έβγες και τέτοια τότε…. Σ’ όλη την Αθήνα. Δεν υπήρχαν μαγαζιά που να πουλάνε γάλα…. παντού. Σου άδειαζε με το δικό τους μπουκάλι, ήθελε 1 οκά, ήθελε ½ οκά στο δικό τους το μπουκάλι [των πελατών].

(συνέντευξη της Μ.Α. στην ΟΠΙΑ, 23/6/2013)



Στο Νέο Κόσμο τη δεκαετία ’40-’50.

Παγωτατζής, ψαράς, μανάβης, γανωτής αλλά και οδοντίατρος. Η χαρά και το χάζι των παιδιών

Άλλοι ήτανε το  χειμώνα άλλοι ήτανε το καλοκαίρι άλλοι ήταν στις τέσσερις εποχές εμείς τότε ποθούσαμε πάντοτε το καλοκαίρι γιατί περνούσε ο παγωτατζής και είχε το χωνάκι μας έβαζε από πάνω το βύσσινο σιρόπι και τρώγαμε παγωτό, αν είχαμε λεφτά αν δεν είχαμε κοιτάγαμε τους άλλους που έπαιρναν και γλείφαμε τη γλώσσα μας.

Άλλος πλανόδιος πωλητής ήταν σημαντικό πράγμα ο πλανόδιος οδοντίατρος … Αυτό τον θυμάμαι που κάθονταν ο κόσμος όσοι είχαν δόντι σάπιο και κάθονταν και τους το έβγαζε. […]

Ο ψαράς πέρναγε πρωί … πάνω στο κεφάλι του που είχε ένα μεγάλο τελάρο  σαρδέλα, γάβρο και τέτοια δεν υπήρχαν άλλα ψάρια για μας τότε…

Ο γανωτζής … πέρναγε και γάνωνε τα τηγάνια τις κατσαρόλες ντετζερέδες  κτλ

Δηλαδή το περισσότερο εμπόριο ήταν στο Νέο Κόσμο πλανόδιο δεν ήταν σε σταθερή βάση μόνο το μπακάλικο υπήρχε και ο φούρνος …

[μανάβης] ήτανε ο γάιδαρος που τράβαγε το καροτσάκι η σκέτα τα κοφίνια με τα φρούτα της εποχής τα καρπούζια τα πορτοκάλια το χειμώνα. Δεν υπήρχανε ψυγεία οπότε έπαιρνες ανάλογα με την ποσότητα που ήθελες εκείνη τη στιγμή να το φας…

Παίρναμε εμείς τα πιτσιρίκια από κοντά τον καθέναν… κυνηγάγαμε τον πλανόδιο οδοντίατρο και βλέπαμε την δουλειά που έκανε. … Ο ακονιστής  πέρναγε και ακονούσε τα μαχαίρια ….

(συνέντευξη του Δ..Ξ στην ΟΠΙΑ, 9/6/2013)


Στην Κυψέλη τη δεκαετία ’50.

Το ‘τραγούδι’ των πλανόδιων μικροπωλητών

Επίσης θυμάμαι τους πλανόδιους πωλητές και επισκευαστές πραγμάτων, όπως αυτός που επισκεύαζε τις ψάθινες καρέκλες, ο γανωτής και διάφορους άλλους οι οποίοι διαφήμιζαν τις υπηρεσίες τους τραγουδώντας, περίπου… αυτό που ήθελαν να πουν το έλεγαν περίπου σαν να ήταν ένα τραγούδι. Έτσι το θυμάμαι εγώ…Δεν είναι ότι έλεγε ένα τραγούδι αλλά η φωνή ήτανε… Είχε ένα ρυθμό, ας πούμε. Αυτή την  ανάμνηση έχω… ήμουν εκστασιασμένος. Όταν  περνούσαν τους κοίταζα πάντα με πολύ ενδιαφέρον και εντύπωση. … Περνούσανε και ο μανάβης με το γαϊδουράκι, ο γαλατάς … αυτός που μας έφερνε τον πάγο, γιατί είχαμε ένα ξύλινο ψυγείο το οποίο λειτουργούσε με πάγο και είχε μια… πώς το λέμε εκείνο το ύφασμα, … που τύλιγε τον πάγο μέσα [για να μη στάζουνε τα νερά] και είχε μια αρπάγη και ανέβαινε επάνω, είχαμε μια ξύλινη σκάλα που έτριζε, και ανέβαινε στον πρώτο όροφο … και μας έφερνε τον πάγο.

(συνέντευξη του Γ.Τ. στην ΟΠΙΑ, 1/8/2013)


Γιαουρτάς

Στα παιδικά μου χρόνια στην Κυψέλη (τέλη δεκαετίας ’50), στο πρώτο σπίτι… σύνορα με το Γαλάτσι, εκεί πρόλαβα το γιαουρτά, … στον ώμο που είχε … κάτι μεγάλες  τσανάκες , μια δεξιά μια αριστερά, και περιφερότανε πούλαγε γιαούρτι, ε, ο οποίος μαζί του είχε κάποιο μικρό, γιος πιθανόν, που έδινε και γάλα.

(συνέντευξη του Β.Θ. στην ΟΠΙΑ, 2/7/2013)


Στο Γαλάτσι τη δεκαετία ’60.

Χαλβατζής, παγοπώλης, νερουλάς και ψαράς

Σα παιδιά θυμόμαστε αυτό και στο Γαλάτσι, … έναν μ’ ένα ταβλά… στο κεφάλι που πούλαγε, πώς το λένε, χαλβά!  … πολύ σκληρό, σα το… μαντολάτο …  των Επτανησίων εκεί της Ζακύνθου, αλλά ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ σκληρό! Κι είχε ένα σφυράκι, πολύ μικρό, καλλιτεχνικό σφυράκι και τόσπαγε και σούδινε ανάλογα: μισή δραχμή, μια δραχμή…

Στο Γαλάτσι… πρόλαβα το νερουλά! …έπαιρνε νερό απ’ την πηγή της Αγ. Γλυκερίας και το πήγαινε συνήθως στα Καραγιαννέικα που δεν είχαν’ ακόμα… παροχή,… και το μοίραζε… με μουλάρια.

Βόλτα «με το άλογο, καβάλα πάνω στη σούστα στους δρόμους του Γαλατσίου»

‘Εκανα κι εγώ τον παγοπώλη…περιμένοντας τη στιγμή που θ’ αδειάσει το κάρο από πάγο, και … θάχει τελειώσει η διανομή και θα επιστρέψω με το άλογο, καβάλα πάνω στη σούστα, ε, στους δρόμους του Γαλατσίου  …  Ένα καφετί άλογο, αυτός έμενε, στην οδό Κουρτίου, πριν να μπούμε στην Αγ. Γλυκερία …. το παγοποιείο… ήτανε μια κάθετος της Αγ. Λαύρας, που υπάρχει ακόμα το παγοποιείο και υπάρχει και μια ταβέρνα… Από κει παίρναμε τον πάγο και ανεβαίναμε και τον μοιράζαμε στο Γαλάτσι.

(συνέντευξη Θ.Β, στην ΟΠΙΑ, 2/7/.2013)


Αλληλεγγύη στα χρόνια της φτώχειας

Το θείο του Πίκουλα, ο οποίος ήταν ψαράς κι επειδή ήξερε ότι η οικογένειά μας είναι πολύ φτωχή, … μας έφερνε ότι περίσσευε από την πραμάτεια, μας έφερνε ψάρια. Συνήθως γαύρο. Αλλά, τρώγαμε. Και νομίζω ότι … έτσι με αυτή την αλληλοβοήθεια πρέπει να καλυπτόταν η περίπτωση της επαιτείας.

(συνέντευξη του Β.Θ. στην ΟΠΙΑ, 2/7/2013)



ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΔΑΡΙΟΥ

 

Η πιάτσα των οικοδόμων στην Ομόνοια, οι πλανόδιοι (δεκαετίες ’50-’60)

Στη Δραπετσώνα [1953] ο άντρας αυτής της κοπέλας έπαιρνε κάθε πρωί ένα φτυάρι ή ένα κασμά και πήγαινε κάτω για να βρει δουλειά. Και στην Ομόνοια πολλά χρόνια αργότερα […] πηγαίνανε στην Αθηνάς το πρωί άλλος με τσάπα άλλος με φτυάρι άλλος με τσουγκράνα και πηγαίνανε οι εργοδότες και τους παίρνανε να πάνε για δουλειά. […] Στον Πειραιά μαζευόντουσαν δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό. Δεν υπήρχαν δουλειές […]

Μικροπωλητές όλες τις δουλειές κάνανε και στο δρόμο έβλεπες πάρα πολλούς μικροπωλητές, λούστρους με κασελάκια, καστανάδες πολλοί, μικρομανάβηδες γυρίζανε με γαϊδουράκια. Δεν υπήρχε κεντρική λαχαναγορά κάτω. Οι Μενιδιάτες τα φέρνανε από τη Δυρραχίου, τη Λιοσίων μάλλον και πηγαίνανε στην κεντρική στην Αθηνάς.

(συνέντευξη του Ν.Τ. στην ΟΠΙΑ, 1/7/2013)


 Συλλέκτης βατράχων για τεστ εγκυμοσύνης! (μετεμφυλιακά)

Μέχρι τότε μας ζούσαν … δούλευε η μάνα μου, σε σπίτια καθάριζε … και τη βοηθούσανε πολύ τα αδέρφια της, τα οποία κι αυτά είχαν απολυθεί, ο μπάρμπας μου απ’ τα, απ’ τα 3Τ, δηλ. τον παλιό ΟΤΕ, κι ο άλλος μπάρμπας μου, από το, είχε απολυθεί απ’ το ΙΚΑ, αλλά είχε γνωριμίες, πολλές με τους γιατρούς και άρχισε για να κάνει ένα εμπόριο που του απέδιδε … αρκετά χρήματα και μ’ αυτά βοηθούσε και τα άλλα αδέρφια του. …

Μάζευε τις νύχτες … απ’ τα ρέματα ε, βατράχια. Και τα βατράχια τότε τα χρησιμοποιούσαν ειδικά οι μικροβιολόγοι για το τεστ τώρα εγκυμοσύνης … κι άλλες εξετάσεις. Σα πειραματόζωα.

(συνέντευξη του Β.Θ. στην ΟΠΙΑ, 2/7/2013)



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ – ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1930


Δεκάχρονα παιδιά εργάζονται από το πρωί ως το βράδυ σε εργοστάσια και σε μικροβιοτεχνίες

Ο αδελφός μου πήγαινε στο γυμνάσιο κι εγώ 10 χρονών, μ’ έβαλε η μητέρα μου σ’ ένα μικρό εργοστασιάκι. …είχε καμιά δεκαριά παιδάκια, 10-12 χρονών, τότε δούλευαν τα παιδιά… δεν υπήρχε οκτάωρο τότε, από το ξημέρωμα μέχρι το βράδιασμα, δεν υπήρχε ωράριο. Έπαιρνα δέκα δρχ. την ημέρα….Είχε το ψωμάκι τότε 3 ή 4 και επί Μεταξά έγινε 6 η οκά. […].

Οι περισσότερες μικροβιοτεχνίες απασχολούσαν μικρά παιδιά. Εκεί που εγώ εργάστηκα έβγαζε κοντύλια. Τότε είχανε πλάκες τα παιδιά, και έβγαζε και βαφές για το Πάσχα. Είχε μια μηχανή τυπογραφείου, τύπωνε τα γράμματα για τη βαφή, το όνομά του και μεις μ’ ένα κουταλάκι το βάζαμε μέσα στο φακελάκι. Είμαστε δέκα παιδάκια κοριτσάκια κι αγόρια.

(συνέντευξη της Μ.Α. στην ΟΠΙΑ, 23/6/2013)


Η εργατική νομοθεσία και η παραβίασή της

Πήγα ένα χρονικό διάστημα σε ένα κλωστοϋφαντουργείο. Το μπαμπάκι το κάναν κλωστές…Ήταν μεταξύ Αττικής και Τρεις Γέφυρες. Στο κομμάτι εκείνο επί της Λιοσίων, μέσα σ’ ένα στενό. Κάπου κάπου που γινόταν ένας έλεγχος από το κράτος, και προ Μεταξά, αν δούλευαν μικρά παιδάκια κι αν τ’ αμείβανε σωστά, και μας χώνανε μες στα μπαμπάκια και μας κρύβανε, τους σωρούς τα μπαμπάκια. Για να μη μας βρούνε …[…]
Συν τοις άλλοις, εκεί, [στο κλωστοϋφαντουργείο που δούλευε πρωτύτερα] … δεν μας πληρώνανε… με το νόμο του Μεταξά, άμα συμπλήρωνες τα 15 έπρεπε να παίρνεις 25 δρχ. Εκεί έπαιρνα 10, 12 δρχ…. μας είχαν παράνομα, αφού σου λέω, μας κρύβανε!  […]

Λοιπόν, εγώ για να πιάσω δουλειά στο εργοστάσιο, [το καπνεργοστάσιο του Καραβασίλη] έπρεπε να είμαι 15 χρονών. Το ’37  εγώ δεν ήμουνα. … Και βρέθηκε ένας παπάς και έδωσε ένα χαρτί ότι γεννήθηκα το Φεβρουάριο, το 21, …  και με πήρανε στο εργοστάσιο. … γύρω στα 400 άτομα εργαζόντουσαν…

[Τι μεροκάματο έπαιρνες;]

Α, τότε είχε έρθει ο Μεταξάς. 25 δρχ. ήταν το κατώτερο όριο. Πιο κάτω από 25 δρχ. δεν μπορούσε να σου δώσει κανένας. Και βέβαια είχαμε και το ΙΚΑ τότε …

Δεν μπορούσανε, ήτανε νόμιμα, εκεί υπήρχε έλεγχος, ήταν έλεγχος.… στα μεγάλα εργοστάσια υπήρχε πάντα ο έλεγχος κι ο φόβος ότι μπορεί να καταστρεφόντουσαν, ας πούμε. Δεν γινότανε!

Η αφηγήτρια 15 ετών σε φωτογραφία από το βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ, 1937)

(συνέντευξη της Μ.Α. στην ΟΠΙΑ, 23/6/2013)


Αξημέρωτα στη δουλειά

Είχαμε μάθει τα παιδάκια μόνα μας να σηκωνόμαστε και να πηγαίνουμε στο σχολείο ή στη δουλειά μας, δεν ασχολούντο οι γονείς πια γιατί είχανε τα δικά τους προβλήματα.

Ήταν Γενάρης, Μαρία, κι είχε μια φεγγαράδα, δεν ξέρω αν τις ξέρεις τις Γεναριάτικες φεγγαράδες, κι εγώ νόμισα ότι είναι 6 η ώρα το πρωί. Και ντύνομαι και φεύγω για το εργοστάσιο, στο κλωστήριο που σου λέω. Θα ’μουνα στα 12, 13 ίσως. Για δεκατέσσερα,  για δεκαπέντε πήγαινα… Στο δρόμο μου, όμως, για να φτάσω στο λεωφορείο, στις Τρεις Γέφυρες ήταν τότε, δεκαπεντάρια ήταν τα λεωφορεία, δεκαπέντε θέσεις για καθιστούς είχανε, δεν συνήντησα τους Μενιδιάτες που κατεβαίνανε με τα γάλατα. Δεν μού ’κανε όμως εντύπωση.

Φθάνω στο εργοστάσιο, ένα κρύο, Μαρία μου, πάρα πολύ κρύο, κλειστό το εργοστάσιο. Δεν έχω όμως ρολόι, δεν ξέρω την ώρα. Πρέπει να ήταν τρεις απ’ ότι μού ’πε μετά ο φύλακας. Τρεις η ώρα τη νύχτα. Είχε δε το εργοστάσιο ένα φύλακα πανύψηλο και λίγο η φάτσα του τού σατράπη, ξέρεις, και τον φοβόμαστε εμείς τα παιδιά. Πού να του χτυπήσω, λοιπόν, να του πω ότι… Κάποια στιγμή λοιπόν, με πήρε χαμπάρι… Ανοίγει την εξώπορτα του εργοστασίου και μου λέει :Τι κάνεις εδώ, παιδί μου; Φοβισμένο, τρομοκρατημένο εγώ τώρα λέω: «Τι ώρα είναι; Δεν ήξερα, σηκώθηκα και νόμισα πως ήταν πρωί. Έλα μέσα, παιδί μου, μου λέει, εγώ είμαι πατέρας σου, παππούς σου. Και με παίρνει μέσα, είχε μια σόμπα και κάθισα στη σόμπα, Μαρία μου, και ζεστάθηκα μέχρι που ξημέρωσε και πήγα στη δουλειά.

Αυτή δεν ήταν μεμονωμένη η κατάσταση η δική μου, χιλιάδες παιδάκια ήταν έτσι, Μαρία μου. Χιλιάδες παιδάκια. Μιλάμε του κόσμου. Όχι του κόσμου του… Γιατί αυτός ήταν ο κόσμος, Μαρία, αυτός ήταν ο λαός.

(συνέντευξη της Μ.Α. στην ΟΠΙΑ, 23/6/2013)


Όταν η δουλειά δεν άφηνε χρόνο για το σχολείο

Κοιτάξτε πριν την Κατοχή εγώ σαν εργαζόμενη δεν μπόρεσα να βγάλω σχολείο. Μικρή που ήμουνα ο πατέρας μου είχε καφενείο και μου έδινε το δίσκο στα χέρια και μου έλεγε τρέχα μάζεψε τα φλιτζάνια, … Κι’ έτσι λοιπόν … με το ζόρι πήγα τρίτη δημοτικού χωρίς καν να κάνω και σχολείο, μόνη μου ότι μπόρεσα και έμαθα ας πούμε από γράμματα και μπορώ και γράφω, διαβάζω…πια άνετα. […]

Στη διάρκεια που έχω δουλέψει και στο άλλο εργοστάσιο Κουτρουμπή και στου πατέρα μου το μαγαζί, δεν μ’ άφησαν να μάθω γράμματα, δεν μ’ άφησαν να μάθω μία τέχνη κάτι να γίνω! Πρόσφερα όμως, από μικρό παιδί πρόσφερα πολλή δουλειά, κουραστική, σκληρή και δεν είχα αποδοχές! Τα ένσημά μου μου λείπανε, γι αυτό δεν έχω πάρει ακόμα ουσιαστική σύνταξη, απ’ αυτή την υπόθεση όλη.

(συνέντευξη της Β.Λ., στην ΟΠΙΑ, 1/9/1989)


Εντεκάχρονη υφάντρια σε μεταξουργείο – Αλληλεγγύη από τις μεγαλύτερες εργάτριες

Από κει κι’ ύστερα όταν έφτασα 11 χρονών με βάλανε σ’ ένα εργοστάσιο, λεγότανε Σβολόπουλου- Κουτρουμπή, μεταξουργείο ήταν κάπου στην οδό Μυλλέρου στον Κεραμικό.  Ε,  μικρό παιδί όπως ήμουνα με κάτι μασούρια εκεί και κάτι ανέμες σιγά σιγά, μια μέρα μου λένε αφού πέρασαν τρεις τέσσερις μήνες, θα μπεις στον αργαλειό. Καταλαβαίνετε τώρα δέκα χρονών παιδί να βλέπει αυτά τα μηχανήματα και τη σαΐτα να πηγαινοέρχεται με το ρεύμα το  ηλεκτρικό τι μ’ έπιασε όταν μου είπανε ότι αυτόν τον όγκο με τις κλωστές και με το ύφασμα που βγαίνει, στην συνέχεια πρέπει να το δουλέψεις εσύ. Έπαθα ψυχικό τραυματισμό εκείνη την ημέρα και έκλαιγα κι’ έλεγα πως θα τα καταφέρω; Αυτή η σαΐτα που πάει κι’ έρχεται έτσι ανάμεσα στις κλωστές θα μου τις κόψει, θα μου τις σπάσει, πως θα τις περάσω εγώ; Έβλεπα τις άλλες που τις περνάγανε στα μιτάρια και συνεχίζανε τη δουλειά τους.

Μέχρι που μ’ έπιασαν οι εργάτριες οι μεγάλες και μου λένε μη στενοχωριέσαι θα είμαστε εμείς δίπλα σου και θα σε βοηθήσουμε.  Ναι, υπήρχε μεγάλη αλληλεγγύη μέσα στους εργάτες. Ναι, αυτό το εργοστάσιο είχε αρκετούς εργάτες … [Αυτός έβαζε μόνο μεταξωτά έφερνε κουκούλι, κι’ απ’ το κουκούλι το επεξεργαζόντουσαν και στη συνέχεια γίνονταν τα μεταξωτά υφάσματα.] Με παρηγορήσαν, εκείνο το βράδυ όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα, έκλαιγα στο κρεβάτι μου και δεν τολμούσα να πω ούτε στους γονείς μου τίποτα.

Ήμασταν φτωχή οικογένεια και…ήμασταν τέσσερα παιδιά.

(συνέντευξη της Β.Λ., στην ΟΠΙΑ, 1/9/1989)



ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ


Εξάχρονος πλανόδιος πωλητής (τέλη δεκαετίας ’40)

Ο Στέλιος ήτανε αλητάκος ας πούμε λιγάκι αλλά δούλευε ο Στέλιος από έξι χρονών δούλευε ο [μεγαλύτερος] αδελφός μου. … Τυρόπιτες και πούλαγε, … μετά τότε είχαμε κάτι λοταρίες τις λέγαμε. Τι ήταν οι λοταρίες; Ήταν ένα τυλιγμένο σαν καραμέλα ήτανε τυλιγμένο και μέσα έλεγε κερδίζεις ένα τάδε. … το σπουδαιότερο δώρο ήταν σβούρα όλα τα βράδια ώσπου να βγει στη γύρα όταν έπαιρνε καινούργιο εμπόρευμα ο Στέλιος καθόμασταν και βγάζαμε τη σβούρα για να την πάρουμε εμείς, ψάχναμε ένα, ένα τα χαρτάκια «Προσέχτε μην τα σκίσετε». Κατάλαβες, ψάχναμε για να βρούμε που λέει τη σβούρα και μόλις τη βρίσκαμε σταματούσαμε, παίρναμε τη σβούρα, ο Στέλιος την είχε μαζί του για διαφήμιση, τη σβούρα, τη σβούρα και πούλαγε αυτά. […]

Οι τυρόπιτες τι ήταν; Ήταν ένα…σαν φανάρι σαν ένα κιβωτιάκι, με τζάμι γύρω …και από κάτω … κάρβουνα. Το τράβαγε έτσι έβαζε κάρβουνα μέσα το ζέσταινε και διατηρούσε ζεστές τις τυρόπιτες από πάνω, είχε δύο, δύο ράφια αυτό το πράγμα το οποίο ήταν μεγαλύτερο από το Στέλιο. Ο κακομοίρης έφευγε το πρωί και γύρναγε το βράδυ, γι’ αυτό δεν ήθελε να πάει αυτός … η μάνα μου τον κυνήγαγε …[…]

Ενδόμυχα είχα το παράπονο: γιατί η μάνα μου για να τον ξεκουράζει το Στέλιο, γύρναγε τον Πειραιά όλο με τα πόδια, τα Ταμπούρια κι ερχότανε στο σπίτι κατάκοπο το παιδάκι 6 χρονών παιδάκι ήτανε και έλεγε: Βάλε στο παιδί να φάει. Εγώ έπρεπε να βάλω να φάει ο Στέλιος, ναι μεν δεν έφερνα αντίρρηση αλλά μέσα μου έλεγα γιατί εγώ; Το’ λεγα παρ’ ότι και σήμερα αισθάνομαι ότι ήμουνα ο είλωτας, όχι ο είλωτας, ο κηφήνας της οικογένειας επειδή δε δούλευα.

(συνέντευξη του Ν.Μ., στην ΟΠΙΑ, 11/4/2014)


Τα κορίτσια σε ραφτάδικα και τα αγόρια στην οικοδομή (δεκαετία ’60)

Η μαμά [τα δύο αδέρφια μου μετά το Δημοτικό] τους έβαζε σε κάποιες δουλειές …να είναι κοντά σ’ έναν ηλεκτρολόγο για να μάθουν μια τέχνη αλλά όχι και να δουλέψουν –δουλέψουν … να του κουβαλάν τα εργαλεία, τέτοια. Ή … στις οικοδομές.

Αμέσως μόλις τελείωναν τα παιδάκια τότε, οι κοπελιές πηγαίνανε σε κάποιες δουλειές … πήγα κι εγώ τελειώνοντας το σχολείο τα καλοκαίρια… σε κάτι παντόφλες και ράβαμε, κάναμε … μια δουλειά που μπορούσε να την κάνει ένα παιδάκι.

Μετά, αργότερα, πηγαίναμε και ράβαμε σε ραφτάδικα και τ’ αγόρια στην οικοδομή. Ακόμα δεν είχε αρχίσει να πηγαίνουν στο γυμνάσιο κλπ. Ένα δυο μόνο απ’ τις οικογένειες πήγανε. Άλλος γινόταν λουλουδάς στη Λαϊκή, λαϊκατζήδες, …κάποιοι στο Δήμο, ως καθαριστές… κυρίως όμως ήταν οικοδόμοι. Οι μεγάλοι άντρες ήταν οικοδόμοι και παίρναν και τα παιδιά σιγά-σιγά, ας πούμε στην αρχή κάνανε τις πρόκες, τις ισιώνανε, … ή τους φέρναν νερό… Απ’ τα δεκαπέντε μέχρι τα δεκάξι μπορεί ν’ αρχίζανε να δουλεύουνε κι αυτά.

(συνέντευξη της Ντ.Τ., στην ΟΠΙΑ, 22/2/2014)


Τα καλοκαίρια της σχολικής ηλικίας (δεκαετία ’60)

Μόλις τέλειωσα το Δημοτικό. …Μόνη μου πήγα και βρήκα τη δουλειά, δεν μου είπε η μαμά. Το καλοκαίρι, εκεί που δούλευε η Βαρβάρα, η φίλη μου, … στις παντοφλίτσες. Και θυμάμαι η μαμά … μας έφερνε κάτι καταπληκτικά σαντουϊτσάκια με καταπληκτικό φρέσκο βούτυρο και κασέρι, και με φρέσκο ψωμί. [η μαμά της τα έφερνε στο διάλειμμά της, δούλευε σε κοντινό εργοστάσιο]…
Τα καλοκαίρια [στο Γυμνάσιο]. Όλα. Όλα. ΟΛΑ. Λοιπόν, η μια δουλειά ήταν αυτή που σου είπα, με τις παντοφλίτσες. Η άλλη δουλειά ήταν σ’ ένα αναψυκτικάδικο, που έφτιαχνε αναψυκτικά και μεις δεν θυμάμαι τι κάναμε… Ήτανε άγνωστη φίρμα… της γειτονιάς. Η άλλη ήταν ένα κορδονάδικο. Έφτιαχνε κορδόνια για παπούτσια…Λοιπόν, η τρίτη [δουλειά] ήταν σε ένα υφαντουργείο… Αυτά όλα ήταν στην Κολοκυνθού …

Και δουλεύανε οι κοπελιές οι γνωστές μου που τέλειωσαν το Δημοτικό …και τα καλοκαίρια μ’ έπαιρναν και μένα.

(συνέντευξη της Ντ.Τ., στην ΟΠΙΑ, 22/2/2014)


Βοηθός σε φούρνο (δεκαετία ’60)

Η πρώτη μου δουλειά…ήταν σ’ ένα φούρνο. … κάθε Κυριακή, τότε, ο κόσμος ε, δεν είχε σπίτι κουζίνες και τέτοια, και, αν έκανε κρέας, το πήγαινε στο φούρνο. Στο φούρνο του Λιναρά [Γαλάτσι] υπάρχει ακόμα αυτός ο φούρνος, του Δελότη τότε, πηγαίναμε, ε, βοηθάγαμε εκεί να μεταφέρουν το ταψί απ’ το, απ’ τον πάγκο μέσα …να το φουρνίσει ο φούρναρης, και μετά περιμέναμε όταν … ερχόντουσαν να το πάρουνε, μας λέγανε τα ονόματα, βρίσκαμε το ταψί, το πηγαίναμε. Και επίσης το Πάσχα. Εκεί μας έδινε ένα δεκάρικο για όλη την ημέρα, … πηγαίναμε κινηματογράφο… 7 δραχμές,… μια δραχμή η ταξιθέτρια … και δύο δραχμές ..παίρναμε, πασατέμπο και τέτοια …

(συνέντευξη του Β.Θ. στην ΟΠΙΑ, 16/6/2013)



ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΡΓΟΔΟΣΙΑ

Χάρη στις εκδρομές οι εργαζόμενοι βλέπουν με άλλο μάτι τους εργοδότες (δεκαετία ’30)

[Οι σχέσεις με τους προϊσταμένους;]

Πολύ καλές. Μάλιστα παντρεύτηκε αυτός και μια συνάδελφο.

[δεν υπήρχαν αντιθέσεις, δεν σας καταπίεζαν;]

Όχι όχι όχι όχι…

[Μάλιστα. Υπήρχε σωματείο μέσα στο εργοστάσιο;]

Όχι… για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι, αν υπήρχε ένας..ας πούμε…πώς τον λέμε… Εκπρόσωπος. Σωματείο καπνεργατών και η ΓΣΕΕ ήταν στην Πατησίων, όπως και τώρα.

[Προπολεμικά γίνονταν κινητοποιήσεις των εργαζομένων; μιλάμε για την περίοδο Μεταξά]

Δεν κάναν κινητοποιήσεις για τον εξής λόγο: Μας έκανε εκδρομές … αφού αμειβόντουσαν, δουλεύανε σωστά, μόνο, ας πούμε, όποιος ήταν κομμουνιστής, τους οποίους έπιανε ο Μανιαδάκης και τους έκανε ρετσινόλαδο. Δεν υπήρχε προπαγάνδα. Καθόλου, τουλάχιστον απ’ ότι θυμάμαι εγώ, σαν κοριτσάκι.

ΣΗΜ: Οι φωτογραφίες είναι από εκδρομές με συναδέλφους το 1939 στη Μαλακάσα (πάνω) και στη Βουλιαγμένη (κάτω). Τις εκδρομές, με έξοδα του εργοστασίου. τις επέβαλε στα εργοστάσια ο Μεταξάς.

(συνέντευξη της Μ.Α. στην ΟΠΙΑ, 23/6/2013)


Αναμνήσεις από καλούς εργοδότες (δεκαετία ’60)

[Για τη βιομηχανία «Μέλισσα» ]

Πολύ καλός. Ναι. …κάθε μήνα έφερνε η μαμά πέντε κιλά μακαρόνια. Κάθε μέρα είχαν γάλα και διάφορα, κάθε μέρα είχαν φαΐ με κρέας και διάφορα.

[συσσίτιο …]

Τους έγραφε παραπάνω υπερωρίες. … Ε…τι άλλο…Τα οποία, όσο ήταν αυτός ο καημένος. Όταν πέθανε κόπηκαν όλα με τη γυναίκα του. Αφού πολλές φορές τρώγαμε και μεις φαγάκι, δηλαδή όταν δεν έτρωγε η μαμά, το κρέας με το κουσκουσάκι το ’φερνε σπίτι…, Καταπληκτικό, πάρα πολύ νόστιμο.

(συνέντευξη της Ντ.Τ., στην ΟΠΙΑ, 22/2/2014)


Μαθήματα διεκδικητικότητας από τον εργοδότη (δεκαετία ’70)

Λέει «το μεσημέρι ε θα τους πεις να μη φύγουνε, γιατί θέλω κάτι να τους πω! Ε! θα μείνετε όλοι!»  … «Προχθές» λέει «παιδιά η Αθηνά έφερε τη λίστα για τις αυξήσεις σας. Σε όλους έχει βάλει» λέει «το ίδιο ποσοστό. Για όλους. Εκοίταξα» λέει «για τον εαυτό της, δεν έβαλε παραπάνω!» λέει. Ε! «Εχθές» λέει «είχατε απεργία! Απήργησε ΜΟΝΟ η Αθηνά.» Χαμογελούσαν όλοι εγώ τους έβλεπα, ε «επειδή» λέει «πρέπει να μάθετε να διεκδικείτε ότι σας ανήκει, αύξηση θα πάρει ΜΟΝΟ η Αθηνά και κανένας άλλος!» (γέλια πολλά).

Αυτά δηλαδή είναι πράγματα που δε τα πιστεύει κανείς ότι γίνονται!

(συνέντευξη της Α.Σ., στην ΟΠΙΑ, 6/6/2014)