Πρακτικές της μεταξικής δικτατορίας

Παρελάσεις: υποχρεωτική συμμετοχή

 
Τότε είχαν πέσει με τη μούρη στα εργοστάσια ο Μεταξάς το 36 κι’ έπιανε τον κόσμο και έχανες το μεροκάματό σου αν δεν γραφόσουνα στην Ε.Ο.Ν, μας γράφανε και άμα δεν πηγαίναμε στις παρελάσεις σε σχολάγανε δεν σε κρατάγανε!!! Ναι, ήταν υποχρεωτικά και στα σχολεία. […] Στις παρελάσεις στις Εθνικές γιορτές. Κατέβαζαν κι’ απ’ τα εργοστάσια και κάνανε παρέλαση. Ναι, ναί, κατέβαιναν και τα εργοστάσια στις παρελάσεις!!! Όπως ήταν με τα ρούχα τους κι’ έγραφε το εργοστάσιο τάδε, το εργοστάσιο τάδε.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)

Σχολικές εκδρομές και αντι-κομμουνιστική προπαγάνδα

 
Από τη δικτατορία του Μεταξά θυμάμαι πρέπει να ήμουν Τετάρτη δημοτικού ήταν της Αναλήψεως και μας πήγαν εκδρομή στις φυλακές που είχε ιδρύσει ο Μεταξάς για τους αντιφρονούντες στην περιφέρεια που είναι σήμερα οι πολυκατοικίες του παλιού Δρουγουτίου στον Άγιο Σώστη από πίσω εκεί ακριβώς όλος ο χώρος αυτός ήταν τεράστιες φυλακές δηλ ένα περίβολο τετράγωνο με μια μάντρα 6 μέτρα ψηλή –εμάς τότε φαινόταν πολύ ψηλή – και είχε δύο πόρτες και τέσσερα φυλάκια. Τότε που πήγαμε εμείς στην εκδρομή αυτή και θυμάμαι μας δώσανε ένα κόκκινο αυγό, ένα κομμάτι κουλούρι και ένα κομμάτι τυρί, δεν υπήρχαν κρατούμενοι τους κρατουμένους τους είχαν πάρει και τους είχαν σκορπίσει στη φυλακή του Κορυδαλλού και Συγγρού ε….φυλακές Αβέρωφ…
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)

Δενδροφύτευση της Πάρνηθας από τους μαθητές της ΕΟΝ

 
Πηγαίναμε λοιπόν εκδρομές που σου είπα στο Φάληρο από τα Μυκονιάτικα. Μετά ο Μεταξάς ο οποίος έκανε τα τάγματα εργασίας για τους μαθητές και τους έβαζε να φυτεύουν κάθε Κυριακή στην Πάρνηθα δέντρα διάφορα, έτσι η Πάρνηθα φυτεύτηκε.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/13)

Κατοχύρωση κατώτατου μισθού – Ασφαλιστική κάλυψη

Α, τότε είχε έρθει ο Μεταξάς. 25 δρχ. ήταν το κατώτερο όριο. Πιο κάτω από 25 δρχ. δεν μπορούσε να σου δώσει κανένας. Και βέβαια είχαμε και το ΙΚΑ τότε που το έκανε ο Μεταξάς.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/13)


Πόλεμος-Κατοχή: πρώτες εντυπώσεις

 

Ο τορπιλισμός της Έλλης

 
Όταν πήγα στην Τήνο ήμουν 10 ετών. Δεκαπενταύγουστο και πήγαμε. Πραγματικά ήταν κάτι που γνώρισα…μια εμπόλεμη κατάσταση, σημερινή ας πούμε είδαμε το πλοίο από μακριά να βυθίζεται γιατί είμαστε στην Παναγία επάνω με πολύ κόσμο και είδα το πλοίο που ανατιναζόταν και βυθιζόταν σιγά –σιγά αλλά και τον αλαλαγμό και τις φωνές  που έτρεχε ο καθένας, γιατί ήθελε η χωροφυλακή… να μπούνε  στα βαπόρια που ήταν αραγμένα στο λιμάνι, τρέχαμε λοιπόν όλοι μας σπρώχνανε να πάμε στα βαπόρια, και πήγαμε στα βαπόρια εγώ ήμουν κοντά στη μάνα μου χάθηκε ο αδερφός μου ο Χρήστος, να κλαίει και να οδύρεται η μάνα μου αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω διότι ήταν η χωροφυλακή και είχε βάλει φράγμα και όσους έσπρωχνε να μπούνε στο βαπόρι και γέμιζε το βαπόρι και έφευγε κάθε βαπόρι.
Όταν ήρθαμε στην Αθήνα κλαίγοντας η μητέρα μου επικοινώνησε, γιατί δεν υπήρχαν τότε τηλέφωνα να επικοινωνήσουμε με τον πατέρα μου. Μόλις ήρθε η μάνα μου αλλόφρων τόπε του πατέρα μου και πήγανε στην αστυνομία. Στην αστυνομία υπήρχαν πολλοί γνωστοί της μάνας μου λόγω της καταγωγής της και ενδιαφέρθηκαν και πήραν τα τηλέφωνα της Τήνου και ενημερώθηκαν ότι το παιδί έρχεται από την Τήνο, το φέρνει συνοδεία χωροφύλακας στην Αθήνα. Και πράγματι την άλλη μέρα που ήρθε άλλο βαπόρι και ήρθε ο αδελφός μου, ο μικρότερος ήταν αυτός, πρέπει να ήταν 7 ετών ε…
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)

Οι σειρήνες του πολέμου

 
Την πρώτη μέρα, όταν ακούσαμε τις σειρήνες το πρωί ήταν κάτι το τραγικό. Τι συμβαίνει; Δεν ξέραμε τι είναι οι σειρήνες  ο περισσότερος κόσμος τέλος πάντων όσοι είχαν ραδιόφωνο, γιατί τα ραδιόφωνα λίγοι τα είχαν, δηλαδή στη γειτονιά μας ήταν ζήτημα τηλέφωνο είχε ένας γιατρός και ένας παπάς που καθόταν πλάι μας και ραδιόφωνο είχαν δύο ή τρεις σε δύο τρία τετράγωνα στην περιοχή μου. Μάθαμε λοιπόν ότι είναι ο πόλεμος.
(συνέντευξης της Ε.ΜΠΟΥ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14) 

Είσοδος των Γερμανών: Αθήνα, σιωπηλή πόλη

 
Εγώ θυμάμαι την ώρα που μπήκανε οι γερμανοί παρόλο που ήμουνα τόσο μικρή το θυμάμαι πάρα πολύ έντονα γιατί το σπίτι μας είναι στον κεντρικό δρόμο του Κουκακίου τώρα είναι πολυκατοικία, θυμάμαι ήταν απόλυτη σιωπή ήταν τρομερή, κλείσαμε όλοι τα παράθυρα ήταν κάτι συγκλονιστικό, κλείσανε όλοι τα παράθυρα δεν μας αφήσανε, εμείς δεν καταλαβαίναμε, μου λέγανε δεν θα βγεις  ούτε στον κήπο και είμαστε πίσω από γρίλιες και ξέρεις όσο σ’ αφήνει η γρίλια να δεις…και περνούσαν με τις μοτοσυκλέτες ακόμα τον θυμάμαι αυτόν τον ήχο. Περνούσανε και κοιτάζανε δίπλα τους και δεν βλέπανε ούτε ένα παράθυρο ανοικτό ούτε ένα. Ήταν μία μικρή πόλη. Τους υποδέχτηκε η Αθήνα μ’ αυτόν τον τρόπο, ήταν νομίζω η πρώτη μορφή αντίστασης και καθολική.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)

Αλλαγή ταυτοτήτων και στάσεων

 
 
Ενηλικίωση
 
Όταν μπήκαν οι Γερμανοί ήμουνα 12 χρονών. Είχα αρχίσει να έχω συγκίνηση απ’ ό,τι άκουγα χωρίς να έχω συνειδητοποιηθεί, δεν ήταν δυνατόν. Η ξαδέλφη μου αυτή μου μίλαγε πολύ συχνά, ήθελε να με βοηθήσει πρώτα πρώτα όχι τόσο να μπω στο κλίμα αυτό γιατί μ’ έβλεπε ότι ήμουν όπως όλα τα παιδιά της κατοχής, ότι ήμασταν φοβερά  προβληματισμένοι, από την μια θέλαμε να παίξουμε από την άλλη βλέπαμε τους δικούς μας που ήταν πάντα σοβαροί σχεδόν δεν μας μιλούσανε, δεν θέλανε βέβαια να σταματήσουν τη ζωή μας την παιδική, αλλά δεν γινόταν από τα πράγματα.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)
Πολιτική ένταξη Η «φαΐ έχεις»-μπροστάρισσα
Όταν πρωτοπήγα με στείλανε να πάω στα Τουρκοβούνια. Με υποδεχτήκανε γυναίκες. Είχαμε παντού κάποιο πυρήνα να μας οργανώνει. Έπρεπε να τους μιλήσω για το φασισμό και είχε βγει μια έτσι… “Τι πουτανιές ήρθες να μας πεις!” Κράδαινε και ένα ξύλο για να μου τις βρέξει και καθώς ήμουν και λίγο καλοντυμένη… τι φασισμό μου λέει. Φαί έχεις να μας φέρεις; Για άστο φασισμό. Και η χαρά μου ήτανε μεγάλη στην κατοχή να τη βρω σε μια διαδήλωση μπροστάρισσα αυτή.
(συνέντευξη της Δ.Σ. στην ΟΠΙΑ, 1/4/89)
Από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ
 
Εκείνο που ξέρω είναι ότι πίστευαν σαν στραβοί στα ιδανικά πατρίς, θρησκεία, οικογένεια  και όταν έγινε η κατάρρευση του μετώπου κλπ διαπίστωσα ότι  αυτοί που μου μιλάγαν για πατρίδα είχανε γίνει Λούηδες όλοι και ήταν αυτοί οι απάτριδες οι κομμουνιστές οι οποίοι μιλούσαν για πατρίδα κι’ έτσι έγινε και η δική μου μεταστροφή. Στο πανεπιστήμιο οργανώθηκα πάρα πολύ γρήγορα δηλαδή πριν από την Ε.Π.Ο.Ν. στη Λεύτερη Νέα, ήταν μια οργάνωση που είχε δημιουργήσει η Ηλέκτρα.
(συνέντευξη της Σ.Τ. στην ΟΠΙΑ, 10/3/88)

Πόλεμος: Περιορισμός των διώξεων των κομμουνιστών

 
Βεβαίως αλλάξανε τα πράγματα με τον πόλεμο. Τουλάχιστον εγώ το έζησα. Πήγα εκεί να απολογηθώ και λέω δεν βαριέσαι κοπάνατα. Και μου λέει τι θέλεις; Να πάω στη θέση μου τους λέω. Ε, καλά θα δούμε, Να, τους πήγε. Σου λέει κομμουνιστές είναι αυτοί, αν γίνει τίποτε θα μάς καπακώσουν. Έτσι το σκέφτηκα εγώ και πραγματικά ήταν μια τέτοια ατμόσφαιρα. Ναι, σταμάτησε η μεγάλη παρακολούθηση από τους χαφιέδες, βρισκόμασταν πιο εύκολα. Σας λέω το έζησα αυτό που δεν το πίστευα καθόλου. Και μου κάνανε αντί για απόλυση τρίμηνο απόλυση.
(συνέντευξη της Ε.Κ. στην ΟΠΙΑ, 18/11/89)

Κοινωνικές αλλαγές και η θέση των γυναικών

Πάνε τα καπέλα (και… τα προξενιά)
Αυτός ο οδοστρωτήρας της γερμανικής κατοχής έφερε μία αναστάτωση στα ήθη και στα έθιμα. Υποχρέωσε τον κόσμο π.χ. τις γυναίκες να βγάλουν τα καπέλα. Η μάνα μου και η γιαγιά μου πάντα φορούσαν καπέλα. Τώρα όμως με την πείνα όταν δεν είχες παπούτσια να φορέσεις και έφτιαχνες με το σκοινί ήταν ποτέ δυνατό να φοράς καπέλο; Πάνε τα καπέλα λοιπόν. […] Δεν μπορούσαν να επιμείνουν τώρα πια να τη γαλουχήσουν με τις αντιλήψεις τις παλιές, ότι θα σου βρει κάποιος συγγενής κάποιον να τον παντρευτείς. Εμείς σα νέες κοπέλες, εγώ δηλ. τότε ήθελα να παντρευτώ απλώς για να φύγω από τα δεσμά της οικογένειας, για να είμαι στην αντίσταση και με την έννοια ότι υπήρχε το “σε βλέπει ο κόσμος να τρέχεις έξω νέα κοπέλα και τι θα λένε που γυρνάς.
(συνέντευξη της Μ.Κ. στην ΟΠΙΑ, 9/9/1988) 
«… ήρθαν έτσι τα πράγματα που και δούλεψα και σπούδασα»
 
παρότι ο πατέρας μου ήταν πάρα πολύ συντηρητικός άνθρωπος και πριν τον πόλεμο έλεγε «εγώ δεν θα επιτρέψω ποτέ στις κόρες μου να δουλέψουν» αλλά μετά  ήρθαν έτσι τα πράγματα που και δούλεψα και σπούδασα.
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΕ. στην ΟΠΙΑ, 28/3/97)
«… ήμουνα πολύ κλεισμένο κορίτσι»
 
Θυμάμαι ότι ήταν για μένα κάτι πολύ ωραίο γιατί ήμουνα πολύ κλεισμένο κορίτσι και ξαφνικά βρισκόμουν με αγόρια, με κορίτσια, διασκεδάζαμε ήμουνα τι να σου πω ήμουνα ευτυχής εκείνη την περίοδο.
(συνέντευξη της Σ.Τ. στην ΟΠΙΑ, 10/3/88)
Τα κορίτσια της Λεύτερης Νέας σπάνε τα στερεότυπα
 
Θυμάμαι ότι τα αγόρια μας πείραζαν και είπαν Να δούμε τι θα κάνουν τα κορίτσια. Εμείς θα οργανώναμε και θα συμμετείχαν όλοι. Κάναμε παράσταση, κάναμε φάτνη, διαλέξαμε ποιήματα πατριωτικά ώστε να εξάπτεται ο πατριωτισμός, ο αντιφασισμός και σε αυτή όλη την παράσταση πήραν μέρος και τα αγόρια, αλλά ήμασταν υπεύθυνες εμείς. και θυμάμαι ότι τα αγόρια μας κοίταγαν αφ υψηλού: Θα τα καταφέρουνε ή δεν θα τα καταφέρουνε και μας πειράζανε. […] Μέχρι τότε ότι δουλειές έκαναν οι κοπέλες ήταν βοηθητικές. Να πάνε να γράψουν στους τοίχους, εάν τα αγόρια θέλανε καμιά βοήθεια ήμασταν εκεί, αλλά δεν ήμασταν έτοιμες για να πάρουμε πρωτοβουλίες. Αυτή η εκδήλωση έσπασε την αντίληψη ότι τα κορίτσια δεν μπορούν να κάνουν τίποτα.
(συνέντευξη της Δ.Α. στην ΟΠΙΑ, 26/5/89)

Η πείνα

 
Πείνα και θάνατος
Από τα φτωχόσπιτα στα αστικά σπίτια
Πρώτα πρώτα υπήρχε πείνα το 41 ιδιαίτερα ήταν φοβερή η πείνα στην Αθήνα, τόσο φοβερή που άγγιξε πια και τα αστικά σπίτια. Στην αρχή χαθήκανε πώς να σου πω σαν επιδημία σχεδόν όλα τα φτωχόσπιτα το ένα μετά το άλλο να χάνονται ολόκληρες οικογένειες και μετά άρχισε να κτυπά και τα αστικά σπίτια. Οι μόνοι που επέζησαν ήταν αυτοί που είχαν κάποιο ζωντανό, κάποιο κήπο.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)
Προσωπική και συλλογική εμπειρία
 
Θέλω να σου πω δύο πράγματα που με συγκλόνισαν το ένα  είναι ο θάνατος του πρώτου μου ξαδέλφου είχε γυρίσει μόλις απ’ την Αγγλία γιατί ήταν φοιτητής και πέθανε το παιδί απ’ την πείνα. Έβλεπες πηγαίνοντας, περπατώντας, δεξιά αριστερά πεθαμένους απ’ την πείνα και έπρεπε να περάσει να τους πάρει το καροτσάκι. Πολλοί που ήταν πολύ ταλαιπωρημένοι τους θάβανε χωρίς να το δηλώνουν πουθενά για να κρατήσουν το συσσίτιο.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)
Δρόμοι σπαρμένοι πτώματα
 
Αλλά το χειρότερο ήτανε ότι όλοι οι δρόμοι ήτανε σπαρμένοι με πτώματα. […] Πτώματα από πείνα. Πρησμένα, πράσινα, ε….[κρυσταλιασμένα;;] και όλα τα οικόπεδα ήτανε νεκροταφεία. Το διπλανό μου οικόπεδο ήτανε νεκροταφείο. Λίγο παρακάτω, πούναι ένα τριγωνάκι, ακόμα άχτιστο, ένα τριγωνικό οικόπεδο, ήτανε νεκροταφείο. Διότι δεν είχαν χαρτιά πάνω τους οι άνθρωποι που βρισκόντουσαν εδώ κι εκεί, σκόρπιοι στα πεζοδρόμια.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ. στην ΟΠΙΑ, 19/3/14 )

Πληθωρισμός

Τα χρυσαφικά και το σπίτι
 
τη μια μέρα η δραχμή είχε αξία μπορούσες να πάρεις ένα κιλό ψωμί με 10 δραχμές φερ’ ειπείν, την άλλη είχε 12, την άλλη είχε 15 δηλαδή πηγαίναμε η μητέρα μου η καημένη καταρχήν επούλησαν ότι υπήρχε… κάτι υφάσματα είχε πάρει ο πατέρας μου να ράψει κοστούμια το πρώτο, μετά τα χρυσαφικά. Οτιδήποτε χρυσαφικό είχε, πουλήθηκε […] το δαχτυλίδι, το ρολόι, την καδένα πουλήθηκε, ένα διαμάντι δεν ξέρω τώρα ήταν πολύ μεγάλο μου έλεγε η μητέρα μου το θυμάμαι και εγώ μεγάλο, αλλά δεν ήξερα ποιο είναι και το μεγάλο διαμάντι, αν υπήρχαν πολύ μεγαλύτερα για λίγα… για λίγο ψωμί δηλαδή όχι λίγο μπορείς να πάρεις ας πούμε να φας μια βδομάδα να φας […] πουλήσαμε το σπίτι της οδού Ιουλιανού και το περισσότερο τίμημα το πήραμε ένα τσουβάλι αλεύρι, ένα τσουβάλι  φασόλια, ένα τσουβάλι φακές, ένα τσουβάλι  ξέρω εγώ ρεβίθια, ή οτιδήποτε […] Τα οποία όμως, ευτυχώς εκ των υστέρων, μετά την απελευθέρωση τα σπίτια, τα οποία ήταν κάτω των 600 χιλιάδων… 600 χιλιάδες προπολεμικώς ήταν ένα πολύ μεγάλο σπίτι για ένα ακίνητο, ήταν ένα πολύ μεγάλο ακίνητο, τα πήραμε πίσω εμείς που είχαμε πουλήσει στην κατοχή, δίνοντας το αντίτιμο στον αγοραστή.
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΟΥ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14) 

Γονείς, γείτονες και φίλοι

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι η μητέρα μου μαγείρευε ο,τι υπήρχε ας πούμε χόρτα χωρίς λάδι συνήθως και ξαφνικά πάψαμε να τρώμε όλοι μαζί. Φρόντιζε ο,τι υπήρχε να το δίνει σ’ εμάς τα παιδιά, ήμασταν τρία παιδιά, και εκείνη με τον πατέρα μου απλά βάζανε κάτι στο στόμα τους. Έδινε και την μερίδα της του ψωμιού.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)
Ο πατέρας, η μητέρα κι ο νοικάρης
 
α. Οι καλές σχέσεις του πατέρα
 
ο πατέρας μου είχε πολύ καλές  σχέσεις με όλους τους σταθμούς της Ελλάδος. Γιατί στην Κατοχή μας σώσανε. Μας στέλνανε δηλαδή πατάτες,…μας στέλνανε…απ’ τα χωριά. […] Εμ…μας στέλνανε όσπρια, σιτάρι, ξέρω γω καλαμπόκι, ρεβίθια, αυτά τα ρεβίθια στην Κατοχή, η μητέρα μου σεφ στο ρεβίθι!  Καφές ρεβίθι, κέικ ρεβίθι, σούπα ρεβίθι, κεφτέδες ρεβίθι, …ε…τα πάντα γινόντουσαν με ρεβίθια. Υπήρχε μια αφθονία ρεβιθιών, όπως και καλαμποκιού, μπομπότας δηλαδή, το ψωμί το κάναμε με αλεύρι…Αυτά μας στέλναν από τα χωριά θυμάμαι, δεν πεινάσαμε εμείς εδώ.
β. Ο λαδέμπορος νοικάρης
 
Ε…Λάδι είχαμε από ένα γιο με τη μάνα του πούχε έρθει από τη Μάνη, λαδέμπορος. Κι του είχαμε νοικιάσει το γραφείο. Το δωμάτιο. Και φαίνεται ότι αντί για ενοίκιο μας έδινε λάδι γιατί δεν θυμάμαι να μας έλειψε το λάδι. [….] Και θυμάμαι, όταν τελείωσε η Κατοχή με ρώτησε τι θα ήθελα να μου φέρει. Και του είπα: Θέλω μια κονσέρβα κορνμπίφ να τη φάω όλη μόνη μου.
γ. Η μητέρα τα φρόντιζε όλα
 
η μητέρα μου περισσότερο, ο πατέρας μου δεν ήτανε ικανός για τέτοιου είδους καθημερινότητες, η μητέρα μου ήταν αυτή που τα φρόντιζε όλα. Δηλαδή καβαλούσε το τρένο και πήγαινε και στους σταθμούς, στα χωριά… […] Κι έφερνε από κει. Μπορεί νάφερνε ένα τσουβάλι πατάτες κι οι μισές νάταν σάπιες, το θυμάμαι αυτό, γιατί η πατάτα όταν σαπίζει μυρίζει, αλλά έφερνε. Εμ…εκείνη τα σκεφτόταν αυτά.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ. στην ΟΠΙΑ, 19/3/14)

Ταξίδι για λάδι στους Μολάους…

 
Και ένα βράδυ που ήταν και έκλαιγε η μάνα μου στο παράθυρο και μάλιστα είχε βάλει και μαύρα –τη θυμάμαι στο παράθυρο με μαύρα ρούχα-γιατί δεν πίστευε κανένας ότι θα μπορούσε να έρθει ο πατέρας μου από αυτό το ταξίδι, και χτυπάει την πόρτα ο γέρο Δρόσος έρχεται μέσα δεν είχε τίποτα στα χέρια, παρά τα χανε κρύψει όλα στη Ραφήνα στις τρύπες που έχει η Ραφήνα (όποιος έχει πάει στη Ραφήνα ξέρει τις τρύπες αυτές) λοιπόν και είχε κρύψει εκεί τα λάδια και τα τρόφιμα και τα σύκα και την άλλη μέρα  ξεκίνησε ο αδερφός μου ο Γιώργος με τον πατέρα μου και πήγανε με το καρότσι στη Ραφήνα να κόψουν ξύλα. Στο Σταυρό της Αγ.Παρασκευής υπήρχε έλεγχος από τους Γερμανούς. Αυτοί πήγαν εκεί φόρτωσαν το καρότσι με μπετόνια λάδι και σύκα και από πάνω βαλαν τα ξύλα ε….. ιδρωμένοι καταϊδρωμένοι τόσα χιλιόμετρα ερχόντουσαν με τα πόδια περάσανε και το… είδαν τα ξύλα οι Γερμανοί και τους αφήσανε, γιατί ήτανε ξυλάδες τότε πηγαινοερχόντουσαν, δεν φανταζόντουσαν ότι είχε μέσα τρόφιμα.
…και αλληλεγγύη
“Αυτά μας έσωσαν δηλαδή από το πρήξιμο τις λαχανίδες που τρώγαμε να μην πεθάνουμε με αποτέλεσμα να επιζήσουμε όχι εμείς αλλά και οι οικογένειες Σουλιτζή, Αβίκου; Μαυρουδή και πολλές άλλες οικογένειες τις οποίες κάθε βράδυ η μάνα μου κάτω από τη μασχάλη της έχωνε ένα μπουκάλι λάδι 2-3 σύκα μια τσαπέλα σύκα και τα πήγαινε εκεί που είχε ανάγκη.
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)

Ο υπουργός θυμάται την ευεργεσία

 
Εγώ συγκεκριμένα για να είμαι ειλικρινής μετά τα περιβόλια που πήγαινα και έπαιρνα και τρώγαμε ίσα ίσα ας πούμε μπορούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας, κι’ έδινα και σ’ ένα γείτονα ο οποίος μετά ήταν υπουργός ο Ζάππας υπουργός εργασίας, τότε ήταν ένας γείτονάς μου δεν ήταν τίποτα και πήγαινε η μητέρα μου εκεί και του πήγαινε κάτι κι’ αυτό το θυμότανε κι’ αυτός με βοήθησε όταν ήμουνα στην Μακρόνησο. Ήταν τότε πια υπουργός, βουλευτής ήταν κάτι τέτοιο, υπουργός εργασίας, κι’ έστελνε σήματα να με πάρουν από κει να έρθω στην Αθήνα να χειρουργηθώ γιατί ήμουν σε κρίσιμη κατάσταση, φυσικά αυτοί δεν μ’ αφήσανε, δώστου έστελνε σήματα αυτός.
(συνέντευξη της Β.Λ στην ΟΠΙΑ., 1/9/89)

Συσσίτια για παιδιά

 
Παιδικό δελτίο
 
Τότε δί- ε υπήρχε δελτίο. Και μας δίναν ας πούμε ένα τέταρτο ψωμί για 3 άτομα. Ή δίνανε κάτι με το δελτίο αν δίνανε δυο κουταλιές ρύζι ή δυο κουταλιές μακαρόνια κάτι τέτοιο. Αλλά εγώ έμαθα ότιι υπάρχει παιδικό δελτίο, μέχρι τα δεκατρία, δεκαπέντε δεν, δε ξέρω σε ποια ηλικία, και όταν τόμαθα, έφυγα απ’ τους Αμπελοκήπους ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ, πήγα Ερμού 5 -υπήρχε ένα παλιό αρχοντικό- ε! κι ανέβηκα τις σκάλες επάνω και πήγα και λέω: «θέλω ένα παιδικό [χαμόγελο] εδώ, ε κουπόνι  να μου δώσουνε κι εμένα!» Ε! όταν βλέπουν ένα παιδί, λέει μου λένε: «Γιατί; Πού είν’ η μαμά σου κι ο μπαμπάς σου;» Λέω: «Έχουν πεθάνει». «Και οι δύο;» «Και οι δύο!» Ε, ρωτήσαν μερικά πράγματα, με είδαν και μαύρα, και μου δώσανε! Και κατέβηκα απ’ τους Αμπελοκήπους στο Σύνταγμα με τα πόδια κι ανέβηκα με τα πόδια! Δέκα χρονών παιδί!
(συνέντευξη της Μ.Π. στην ΟΠΙΑ, 30/8/13)
Σχολικά συσσίτια με νερωμένο γάλα
 
Στη διάρκεια της Κατοχής ήμουν στον Πειραιά. Τα σχολεία λειτουργούσανε δύο, τρείς ώρες την ημέρα. Τα παιδιά πεινούσαν στα σχολεία. Γινόντουσαν συσσίτια, αλλά τι συσσίτια …Φέρνανε γάλα και το νερώνανε οπότε γίναμε έξω φρενών δύο τρείς που ήμασταν… είπαμε εδώ θα μείνει το γάλα δεν θα φύγει από εδώ. Το κλέβανε το γάλα.
(συνέντευξη της Ε.Κ. στην ΟΠΙΑ, 18/11/89)

Πενία τέχνας κατεργάζεται…

Σαλταδόροι
Θυμάμαι οκτάχρονο αγόρι, το καλοκαίρι του 1944, πριν αποχωρήσουν οι γερμανοί, παίζαμε με δυο τρεις μικρούς φίλους με σφαίρες, κάλυκες από σφαίρες που τους τοποθετούσαμε, όταν παρατηρήσαμε ότι στη γωνία με τον ασφαλτόδρομο της Αυλώνος και ήταν σταματημένο ένα φορτηγό με φρέσκες και ζεστές κουραμάνες. Στη θέση του οδηγού ο γερμανός στρατιώτης είχε πιάσει κουβέντα με δύο ελληνοπούλες, όταν ξαφνικά δυο αγόρια πλησίασαν το πίσω μέρος του φορτηγού και ένα από αυτά το ψηλότερο και άρπαξε μια κουραμάνα και μετά να πιάνει και άλλη, άλλη και να τη δίνει στους φίλους του και ανέβηκε στην καρότσα του φορτηγού και τις πετούσε στους φίλους τους και σαν ρόδες τις έστελναν στη Δυρραχίου και βγήκε ο κόσμος και τις έπαιρνε. Όταν οι γερμανοί είδαν τι γίνεται ο Ανανίας και οι φίλοι τους έφυγαν. Αυτό το ψηλό αγόρι λίγα χρόνια αργότερα πέθανε από φυματίωση.
(συνέντευξη του Δ.Φ. στο 54ο Λύκειο, 1/1/13 )
Παιδικό συσσίτιο
 
Θυμάμαι ακόμα ένα συσσίτιο που είχε αρχίσει να λειτουργεί στα κανάρια και πήγαιναν πολλά παιδιά όπως και εγώ με τον αδελφό μου και ανεβαίνομε την Αχαρνών σε ένα διώροφο αρχοντικό που το σκέπαζαν πεύκα και εκεί δινόταν το συσσίτιο. Κρατούσα μια καραβάνα ιταλικιά που είχε φέρει ο πατέρας μου από τον πόλεμο. Όμως δεν μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας λίγο συσσίτιο για τους γονείς μας. Τότε μας ήρθε μια σκέψη. Ένα χοντρό σκοινί μας βοήθησε. Καταστρώσαμε ένα σχέδιο. Μπορούσαμε να φάμε όσο θέλαμε αλλά έπρεπε να δείξουμε στο φρουρό άδεια την κατσαρόλα. Έτρωγα πρώτος και έφευγα. Που είναι η καραβάνα σου; την έχει ο αδελφός μου. Πήγαινα στην κάτω πλευρά του κτιρίου και περίμενα καρτερικά. Εκείνος έτρωγε και ζητούσε περίσσευμα και πλησίαζε το παράθυρο, έβγαζε την καραβάνα έξω, μάζευα το σκοινί και στην επόμενη γωνία του δρόμου έβρισκα τον αδελφό μου και παίρναμε φαγητό στο σπίτι. Βλέπαμε ένα μικρό χαμόγελο στο βλέμμα των γονιών μας. Ξαφνικά το συσσίτιο έκλεισε.
(συνέντευξη του Δ.Φ. στο 54ο Λύκειο, 1/1/13 )

Εμπόριο

 
Στον Πειραιά με τα πόδια για πορτοκάλια και λάδι
 
Εγώ συγκεκριμένα πήγα στον Πειραιά γιατί άκουσα πως παίρνουν πορτοκάλια από κει και τα πουλάνε εδώ και παίρνουν το λαδάκι τους. Τέλος πάντων πήγα στον Πειραιά πήρα τα πορτοκάλια τάβαζα στο παράθυρο του σπιτιού μου με καλαθάκια τα πουλούσε η μητέρα μου και βγάζαμε ίσα ίσα τόσα ώστε αν βρούμε κάτι να φάμε. Ναι, ναι με τα πόδια ανεβοκατέβαινα, δεν υπήρχε μέσον συγκοινωνίας, κατοχή πάει πια σταματήσανε τα γκαζοζέν, με ξύλα δουλεύανε τ’ αυτοκίνητα ήταν δύσκολα. Απ’ τα πορτοκάλια έφτασε ας πούμε, έβλεπα κάτι γυναικούλες που παίρνανε λάδι από κάποια αποθήκη, είχα μαζέψει τότε λεφτά και πήρα ένα μπουκάλι λάδι. Μου λέει η μάνα μου να το φάμε το λάδι και πως θα πάρουμε άλλο πράγμα άμα  βρούμε, έπιασε η μητέρα μου και το πούλησε και μου δίνει τα λεφτά και μου λέει πήγαινε να  πάρεις τώρα, τώρα θα πάρεις περισσότερο. Κι’ από ένα μπουκάλι έφτασα σ’ ένα ντενεκέ λάδι, να πηγαίνω να παίρνω και να το φέρνω επάνω, μετά πήρα δύο ντενεκέδες τα οποία τα έφερνα με τα χέρια μου απ τον Πειραιά, ναι σιγά σιγά ξεκίναγα πρωί κι’ έφτανα το βράδυ.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)
Από του Γκύζη στην Πεντέλη με τα πόδια για ξύλα
 
”τα παιδιά για να ζήσουνε φεύγουνε τοο βράδυ για να μην τους δουν οι Γερμανοί, μόλις νύχτωνε, έφευγε η μάνα μου η Καλλιόπη μαζί με το Δημητρό που ήταν τα μεγαλύτερα, και πηγαίνανε στην Πεντέλη με τα πόδια, κόβανε ξύλα, στην Πεντέλη όμως πηγαίνανε και οι Γερμανοί και κόβανε ξύλα, με κάποιους κρατούμενους ή με κάποιους ε εργάτες δικούς τους γιατί κι εκείνοι χρειαζόντουσαν τα ξύλα. Τα παιδιά φοβόντουσαν, μπορεί να κρυβόντουσαν στο βουνό και δύο και τρεις μέρες μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί, για να πάρουνε ξανά στην ΠΛΑΤΗ τα ξύλα, και να πάνε στην ε στο σπίτι τους, να τα πουλήσουνε, για να μπορέσουνε να πάρουνε, βελανίδια, να πάρουνε, πράγματα δηλαδή, όσπρια τέτοια πράγματα για να ζήσουνε.
(συνέντευξη της Οικογένειας Χ. στην ΟΠΙΑ, 17/11/13)

Μαύρη Αγορά στο Αίγιο: “πετούσαν κρέας κι έφευγαν”

 
Μια φορά πήρα συσσίτιο μόλις έγινε ο πόλεμος ήμουνα στο Αίγιο με δυσμενή μετάθεση αλλά δεν ήταν δυσμενής γιατί ήταν κοντά στην Αθήνα ήρθε κι’ η μητέρα μου να ζήσουμε μαζί οπότε ούτε εστιατόρια είχε ούτε τίποτα δεν ξέραμε και κανέναν εκεί τότε κατάλαβα τι είναι πείνα. Δεν μπορούσαμε να βρούμε ν’ αγοράσουμε τίποτα. Έπρεπε να τους ξέρεις. Ύστερα με πήραν χαμπάρι εμένα οι (;) χτυπούσαν την πόρτα πετούσαν κρέας κι έφευγαν κι έρχονταν σχολείο και πληρωνόντουσαν. Επί είκοσι μέρες κατάλαβα τι είναι.
(συνέντευξη της Ε.Κ. στην ΟΠΙΑ, 18/11/89) 

Οργάνωση εργατικών συσσιτίων

 
Συσσίτιο με λάδια μηχανών στο υφαντουργείο
 
Δεν υπήρχε το 41 οργάνωση μόνοι μας. Αυθόρμητα, αυθόρμητα ξεκινήσαμε ζητάγαμε συσσίτιο, γιατί πώς θα δουλέψουμε χωρίς φαί, είχε αρχίσει κάπως γενικά να μπαίνει το θέμα των συσσιτίων και καταφέραμε και μας έκανε ένα συσσίτιο εκεί, το οποίο για λάδι μέσα σ’ αυτά τα καζάνια βράζανε να μας φτιάξουνε δύο φασόλια, πλιγούρι ξέρω γω. !!!!! Βράσαμε τα λάδια των μηχανών που λαδώναμε τα μηχανήματα, πιάσαμε τα βράσαμε με πορτοκαλόφλουδες τα καζάνια μέσα για να μη μυρίζουνε και μας βάζανε απ’ αυτό μέσα στο φαί.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)
Τιμητική παράταση βάρδιας στην επιτροπή συσσιτίου του εργατικού συνεταιρισμού
 
Εγώ, λοιπόν, τους μοιράζαμε σε κάθε τμήμα ένα καζάνι και παίρνανε φαγητό. Μία, λοιπόν, η οποία αυτή που σου λέω, λες και… δεν ξέρω τι της είχα κάνει, πάει και χύνει το συσσίτιό της και λέει: «μου βάλανε μισή κουταλιά». Εγώ λοιπόν τι είχα κανονίσει. Είχα κανονίσει κι έλεγα ότι αφού θα τους δίνετε μια κουταλιά μεγάλη, που εθεωρείτο η μερίδα, ό,τι περισσέψει θα το δίνετε επιπλέον. Σήμερα θα πάρει η Μαρία, αύριο η Κατίνα, δεν θα παίρνανε πάντα οι ίδιοι. Και πάει αυτή και λέει στο διευθυντή: «Πήρα μισή κουτάλα. Ορίστε. Μας δίνουν σκάρτο συσσίτιο.» Με φωνάζει λοιπόν, μου λέει: «Σαραντάκου;» Λέω, «τι;» «Έλα, Μαρία, άδειασε στο κατσαρολάκι» […] ήταν κάτι αλουμίνια με καπάκι. Όλες οι κουτάλες γεμάτες. «Τι θέλεις;» της λέει. «Πότε τελειώνει η βάρδια σου;», μου λέει, «Σε 15 μέρες». «Άλλους δυο μήνες η Σαραντάκου θα μείνει επιτροπή». Αυτή ήταν για μένα η τιμή αυτή που μου κάνανε.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/13)

 Η χαρά στην Κατοχή

 
Τα παιδιά παίζουν
 
Εκείνη την εποχή τα παιδάκια κάνανε πάρα πολλές δουλειές. Κατ’ αρχήν κυκλοφορούσαμε ελεύθερα γιατί δεν υπήρχε φόβος, φόβος λόγω πολέμου. Δηλαδή εγώ πήγαινα εδώ τριγύρω στις φίλες μου γιατί δεν υπήρχαν…Εμείς είχαμε τηλέφωνο από την αρχή λόγω της θέσεως του μπαμπά μου, αλλά τα τηλέφωνα ήτανε σπάνια πράγματα. Πήγαινα στις φίλες μου, δεν μπορούσαν να ειδοποιήσω ότι… ξεχάστηκα, ή δεν ξέρω τι…  άντε έτρεχε η μάνα μου στο δρόμο να με ψαρέψει, γιατί μόλις βράδιαζε, εν τάξει, ήτανε, θυμάμαι, τα τροχιοδρομικά. Που ήτανε κάτι σαν φωτάκια που ρίχνανε για να βρουν αεροπλάνα…δεν θυμάμαι.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ. στην ΟΠΙΑ, 19/3/14)
Γλέντι και το τραμ το τελευταίο
 
Μια φορά είχαμε μεθύσει. Είχαμε πάει στην Αγία Παρασκευή, 2.000 το εισιτήριο. Είμαστε καλή παρέα. 3 αγόρια και 3 κορίτσια. Η μία ήταν καλλίφωνη, ο άλλος βαρύτονος, πολύ καλός, -αυτός που με πείραζε- τα αγόρια ήταν μαζί μου γιατί μέναμε κοντά. Ο μεζές ήταν κρεμμύδι ωμό και τσιγάρο και κρασί. Μονοφάι, ξεροσφύρι, ξέρεις. Από μια οκά ο καθένας. ‘Εξι οκάδες κρασί ήπιαμε και οι κοπέλες οι άλλες δεν έπιναν τόσο πολύ. […] Μόλις φτάσαμε στην Ομόνοια ήταν η ώρα 8 και έφευγε το τελευταίο τραμ. Δεν το προλαβαίναμε. Είχε ξεκινήσει. τρέχει ένας από τους μεθυσμένους κατεβάζει το παντελόνι του, σταματάει το τραμ και μπαίνουμε μέσα και φεύγουμε. ύστερα που ανεβαίναμε τον ανήφορο εκεί στο Κουκάκι, γονατίσαμε. Όχι εγώ μονάχα, αλλά και τα αγόρια. Αλλά πάντως εγώ βάσταξα καλύτερα και το πρωί ήμουνα περδίκι. δε με έπιανε εμένα το κρασί. Αλλά με το τσιγάρο και το κρεμμύδι μας πείραξε. Αλλά αυτά δεν είναι αγωνιστικά βέβαια.
(συνέντευξη της Κ.Χ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/87)
Τα  πάρτι της ΕΠΟΝ: η μπουκάλα, το ταγκό και… ο αγώνας
 
Χορεύαμε και παίζαμε και την μπουκάλα νέοι ήμασταν κάναμε και τέτοια. Απαγγέλλαμε, δημιουργούσαμε τη διάθεση του αγώνα, του ομαδικού αγώνα όλα αυτά μαζί και μ’ αυτά που θέλανε οι νέοι. […] μαζεύονταν νέοι εκεί πέρα [στη λέσχη] και χορεύανε κιόλας, ταγκό. Βρέθηκε κάποιος λοιπόν που είπε “δεν επιτρέπεται να χορεύουν ταγκό και τι πράγματα είναι αυτά” πουριτανισμός. Θυμάμαι ότι το είχε βάλει σε μία συνεδρίαση και είπε ένας καθοδηγητής που είχε πιο ανοικτό μυαλό, βεβαίως λέει νέοι είναι θα χορέψουν.
(συνέντευξη της Φ.Λ. στην ΟΠΙΑ, 16/6/87)

Οδύνη βιωμένη – Οδύνη αφηγημένη

 
Οι Γερμανοί καίνε ζωντανούς τους τροφίμους ψυχιατρείου
 
Όποιος ήταν άρρωστος, δεν θέλανε να έχουν αρρώστους ούτε στους υποτακτικούς, αλλά ούτε και στο στράτευμά τους. Όποιος ήταν άρρωστος, τον καθαρίζανε! Όταν φτάσαν λοιπόν στη Σούδα και β- βρήκαν αυτό το ίδρυμα με τους αρρώστους, τους κάψανε όλους!
(συνέντευξη της Οικογένειας Χ. στην ΟΠΙΑ, 17/11/13)
Το μπλόκο της Κοκκινιάς
 
Τότε το 42 ήτανε, το 41, το 41 ήτανε το μπλόκο της Κοκκινιάς, αν δεν κάνω λάθος 17 Αυγούστου του ΄41 και είχαν φωνάξει τότε βγήκαν με τις ντουντούκες […] Οι καταδότες, ναι οι καταδότες που πηγαίναν και λέγανε και εκεί τους σκοτώνανε, δεν τους σκοτώσαν όλους όσους μαζέψανε όλοι πήγαν εκεί πέρα γιατί φώναζαν οι ντουντούκες, φωνάζαν όλοι να μαζευτείτε στην οσία Ξένη, όλοι στην οσία Ξένη και τρέχανε και όταν βρίσκανε κανέναν εκτός, είτε ήταν από αυτούς που υποπτευόντουσαν είτε ήταν αθώος τον καθαρίζανε επειδή δεν είχε πάει. […] Και εκεί στην πλατεία αφού μαζευτήκαν όλοι βγήκαν αυτοί με τις κουκούλες και άρχισαν και δείχνανε εσύ, εκείνον, αυτούς τους πήρανε, όσους δείξανε αυτοί με τις κουκούλες και τους σκοτώσανε. Τους στήσανε στον τοίχο απέναντι στη μάντρα που λέγαμε και τους σκοτώσανε
(συνέντευξη του Ν.Μ. στην ΟΠΙΑ, 11/4/14)
Η ιστορία του αδελφού: τα σανδάλια από σαμπρέλα
 
Ο πατέρας μου ήτανε εντελώς χαμένος εκείνη την ώρα, τον θυμάμαι, καθόταν στο χωλ, σε μια καρέκλα, αλλά η μαμά μου [δευτερόλεπτα σιγής] για να μην έρθει η αδελφή μου εκείνη την ώρα, η οποία έλειπε, γιατί η αδελφή μου ήταν στο ΕΑΜ, ήτανε στην αχτίδα, όπως το λέγανε τέλος πάντων της Κυψέλης, και δεν έμενε εδώ εκείνη την εποχή, στην Κατοχή. […] Εμ…για να μην έρθει και την πιάσουνε και κείνη, είχε βγει στο μπαλκόνι εδώ, δήθεν ότι θέλει να πάρει αέρα, και κοίταζε τη Μουστοξύδη που είναι απέναντι, που έρχεται απ’ την Κυψέλη, μήπως ερχόταν η αδελφή μου και της κάνει νόημα, και όντως ερχόταν η αδελφή μου και της έκανε νόημα και το κατάλαβε κι εξαφανίστηκε.
[…] ήτανε  Άνοιξη σου λέω, ήτανε αρχές Ιουνίου, και φορούσα ένα καλοκαιρινό φουστανάκι και είχα πάρει μαζί μου όμως ένα ζακετάκι, ε…μήπως… δεν ξέραμε τι θα συμβεί. Ξέχασα το ζακετάκι εκεί και φύγαμε. Βγαίνοντας από την πόρτα, οπ, λέω εγώ, το ζακετάκι μου. Ξαναμπαίνω μέσα όπου είδα τους ταγματασφαλίτες να κουβαλάνε δυο ανθρώπους πούχανε βασανίσει… και ήτανε πτώματα, και μάλιστα με κρατήσανε έξω από μια πόρτα για να περάσουνε. Πηγαίνοντας στο γραφείο όπου θυμάμαι ότι είχα ξεχάσει το ζακετάκι μου, είδα μια ανοιχτή πόρτα, εμείς τότε φορούσαμε πέδιλα που τα έφτιαχνε ο τσαγκάρης από σαμπρέλες γιατί δεν μπορούσαμε να… δεν υπήρχανε παπούτσια και φτιάχνανε από σαμπρέλες τον πάτο, τη σόλα, κι από πάνω κομμάτια το δέρμα λουρίδες. Κι είδα τα πόδια του αδελφού μου, μ’ αυτά τα πέδιλα, από μια ανοιχτή πόρτα. Δεν είδα τίποτ’ άλλο. Τέλος πάντων πήρα το ζακετάκι μου, έφυγα. Την άλλη μέρα μπορούσα να πάω φαΐ, εγώ. Κατσαρολάκι. Πήγα το φαΐ. Το πήρανε. Τη δεύτερη μέρα το πήρανε; Την τρίτη μέρα μου λένε, δεν υπάρχει Αντωνόπουλος εδώ. Γυρίζω πίσω εγώ με το κατσαρολάκι, λέω στη μαμά μου δεν είναι εκεί. Τι έγινε; Εγώ ξέχασα. Δεν είχα να κάνω κάτι άλλο. Βρήκαν, βρήκαν, βρήκανε και θυμάμαι το καναπεδάκι κι ήταν εκεί, (δείχνει) κι εγώ ήμουνα ξαπλωμένη, μισοκοιμόμουνα και ήρθε ο μπαμπάς μου και μου λέει: τον αδελφό σου τον σκοτώσανε. Θυμάμαι ότι δεν μου έκανε καμιά εντύπωση. Γύρισα από την  άλλη μεριά και ξανακοιμήθηκα. Δεν θυμάμαι δηλαδή κανένα, …έτσι νάπαθα κάτι. Τα θυμάμαι όλα, ξέρεις, τα θυμάμαι πάρα πολύ καλά.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ. στην ΟΠΙΑ, 19/3/14)
Στρατόπεδο Χαϊδαρίου: η απομόνωση, οι αλμυρές φακές και το ξύλο
 
Στο Χαϊδάρι, το Φεβρουάριο 44 πιάστηκα και τέλη Μαρτίου βγήκα. Κοίταξε, εμείς στο Χαϊδάρι ήμασταν στο μπλοκ 20 ήταν γυναίκες. Εγώ ήμουνα σε μία ομάδα που πήγαινε κάθε πρωί μαζί με άλλες, ήμασταν καμιά δεκαριά, επτά πόσες ήμασταν μπαίναμε στην κουζίνα και βοηθάγαμε, να καθαρίζουμε πατάτες τέτοια πράγματα. […] όταν με πήρανε με βάλανε στο μπλοκ 15 εκεί ήταν η απομόνωση, ήμουνα μόνη μου σ’ ένα δωμάτιο, δωμάτιο; σ’ ένα κελί. Μου φέρανε την πρώτη μέρα φακή και αφού άρχισα να την τρώω μου την πήραν πίσω και μου φέρανε ένα άλλο πιάτο το οποίο ήταν λύσσα και δεν μου δίνανε νερό, αλμυρό φαί χωρίς νερό. Μετά με πήρανε και με δείρανε.” (συνέντευξη της Ε.ΜΠΕ. στην ΟΠΙΑ, 28/3/97)
Εκτέλεση αριστερής οικογένειας από γερμανοτσολιάδες για αντίποινα
“μια οικογένεια η οποία ήτανε αριστερή και περίπου 10 άτομα τους πιάσανε οι τσολιάδες και τους σκοτώσανε όλους κι τους θάψανε εκεί που είναι η είσοδος σήμερα του μετρό του Ν. Κόσμου. Εκεί όταν έγινε η απελευθέρωση θυμάμαι  ήρθε ένα συνεργείο από το δήμο και τους ξέθαψε και φανήκανε τα πτώματα, κατάσπρα.
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)
Το μπλόκο των Γερμανών στον Ν. Κόσμο
 
Ένα από τα μπλόκα που κάνανε και είχε μείνει ιστορικό και μου λεγε η μάνα μου η συγχωρεμένη που ανέβηκε εδώ, τους μαζέψανε κάτω εκεί που ναι σήμερα το intercontinental ήταν ένα εργοστάσιο της ΕΘΕΝ (;) και είχαν πάρει όλους τους άντρες από πάνω από 15 χρονών και μέχρι 60 χρονώ. Στην αρχή τους μαζέψαν όλους τους άντρες και μετά όσους ήταν πάνω από 60 τους αφήσανε κι τους οδήγησαν από κει και τους πήγαν επάνω στην πλατεία που λέγεται Φάρου και τώρα την λένε Εθνικής Αντίστασης και εκεί με κείνη τη γνωστή κατάσταση ο… τη συνεργασία των δοσιλόγων και των κουκουλοφόρων έδειξε 114 άτομα απ΄ότι γράφει εκεί και τους εξετέλεσαν στον τοίχο. Τώρα… από τι αυτό; Είναι το πιο, ας το πούμε αν θέλετε το πιο λυπηρό γεγονός που ξέρω.
(συνέντευξη του Ε.Σ. στην ΟΠΙΑ, 26/6/13)
Το μυστήριο της εκτέλεσης στα Τουρκοβούνια
 
Ε, ε … ε λίγες μέρες πριν απ’ την απελευθέρωση συνέβη αυτό το γεγονός. Δηλαδή ότι εκτελεστήκανε κάποια παιδιά στα Τουρκοβούνια. Τώρα, όπως μας τα είπαν εμάς! Γιατί κι εμείς δεν ήμαστε σίγουροι, ότι, απ’ την οργάνωση, ή η ΕΣΗΕΑ, μας είπε την αλήθεια! για να μην πτοηθούμε, να μη φοβηθούμε και λοιπά. Λοιπόν, τι μας είπανε: Μας είπανε ότι, ε ήτανε παιδιά που ήτανε της φρουράς! Εκεί. Δηλαδή εκεί στον αυχένα του Ψυχικού εε φρουρούσανε την περιοχή. Δηλαδή για να μην περάσουνε οι Γερμανοί μέσα στις περιοχές τις δικές μας, να ειδοποιήσουνε και λοιπά. […] Τώρα, ακριβώς έτσι ΔΕΝ πρέπει να είναι! Γιατί, αυτά τα παιδιά, όπως αποδείχτηκε, πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν ήτανε, στου  Γκύζη, δεν ήταν ΕΛΑΣίτες στου Γκύζη, ήτανε απ’ τις φυλακές, πήρανε απ’ τις φυλακές ορισμένα παιδιά, για κάποια αντίποινα ή δεν ξέρω τί, είναι λίγο μπερδεμένα εκειπέρα! […] Ε! κάνανε, παίρνανε ή δέκα είκοσι τριάντα σαράντα πόσους θέλανε, τους βάζανε τους εκτελούσανε, και φεύγανε. Τούτο εδώ το πράμα δεν έχει ξαναγίνει! Τέτοιο είδος εκτέλεση! Ήταν αλλιώτικο
(συνέντευξη του Φ.Τ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14)
Αναγνώριση από τις μπότες και την ταυτότητα
 
Το μόνο που βρήκανε απ’ το Δημητρό, μου είπε ότι ήταν οι μπότες του, οι γερμανικές μπότες που φόραγε, γιατί φόραγε ένα ζευγάρι γερμανικές μπότες ο Δημητρός, σ’ όλη την Κατοχή, στο βουνό, κι έχει και μία ταυτότητα που ήταν πλαστικό απ’ έξω και δεν είχε λιώσει. Και καταλάβανε ότι εκεί είναι θαμμένος κι αυτός.” (συνέντευξη της οικογένειας Χ. στην ΟΠΙΑ, 17/11/13)
Οι ταγματασφαλίτες
“Δηλαδή αυτό το πλιάτσικο που έγινε [σιγή] παντού, άνοιξαν τα πάντα, δηλαδή δεν έμεινε τίποτα που να είχε την παραμικρή αξία. Έμειναν τ’ ασημικά, εντάξει γιατί ήτανε…πού να τα βάλουν, στην τσέπη τους δεν γινότανε. Ότι έτσι πιο μικρό μπορούσανε να βουτήξουνε… […] Κιάλια δεν βρήκαμε, στυλογράφους δεν βρήκαμε, εμ…φωτογραφικές μηχανές που νομίζω ότι…υπήρχανε αυτές που ήτανε και μάλιστα μία τη θυμάμαι έτσι…χαθήκανε. Γιατί ήτανε μικρή, θυμάμαι μία που ήτανε και στρογγυλεμένη έτσι κι άνοιγε μπροστά κι έβγαινε η φυσαρμόνικα. Αυτά χαθήκανε. Τα κοσμήματα της μαμάς μου, όλο το κουτί, ε…αλλά η συμπεριφορά τους ήτανε πάρα πολύ άσχημη. Των Ελλήνων. Αυτό το λένε όλοι. Ε…ήτανε ρεμάλια.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ. στην ΟΠΙΑ, 19/3/14)

Σκηνές αντίστασης

 
 
Αιτίες
Έρωτας και θάνατος
Μας καλούσανε να πεθάνουμε και πηγαίναμε σαν να μας έλεγαν «ελάτε να φάτε». […] Γίνονταν ωραίοι έρωτες, γιατί πήγαιναν μαζί στο Θάνατο. Ο θάνατος δεν είχε την έννοια του θανάτου. Είχε την έννοια της ζωής. Πηγαίναμε να πεθάνουμε για την ωραία ζωή.
(συνέντευξη της Δ.Σ. στην ΟΠΙΑ, 1/4/89)
Πείνα, βία και κοινωνική αδικία
 
Η αρχή ήταν ναι η πείνα και η βία μετά όμως σου ξαναλέω ήμασταν παιδιά μεγαλωμένα πολύ γρήγορα, αν μπορώ να το πω αυτό δηλαδή σχεδόν δεν ζήσαμε σαν παιδιά. Μετά από κει και πέρα αρχίσαμε να σκεπτόμαστε ότι υπάρχει και μία κοινωνική αδικία.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)

Πρακτικές

Α. Διαφώτιση-Ένταξη
Μη ένταξη στο ΕΑΜ
 
Εγώ δεν εγράφηκα. Παρόλο που πάντα ανήκα στον προοδευτικό χώρο, δεν… είχαμε και αυστηρότητα από το σπίτι. Αλλά μπορούσες στην Αθήνα να έχεις το πιστεύω σου, χωρίς να είσαι υποχρεωμένη να πας να γίνεις, γιατί στα χωριά έπρεπε να πεις, ή είμαι με το ΕΑΜ, ή είμαι με τους Δεξιούς τους λεγόμενους. Οπότε ήσουν υποχρεωμένη, γιατί σε ξέρανε.
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΟΥ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14)
Σχολικά συσσίτια του ΕΣ και ένταξη στο ΕΑΜ 
Έτσι το βλέπαμε τότε και το θέμα ήταν ότι πρέπει να παλέψουμε για τη λευτεριά. […] Και μόλις εμένα με έπιασαν και μου είπανε στο σχολείο ότι να κάνουμε μία ομάδα του Ερυθρού Σταυρού στην αρχή για τα συσσίτια και ήμουν επικεφαλής της ομάδας του ΕΣ. Και μετά μου λέει η φίλη μου η Μάρδα “Θάρθεις σε μία οργάνωση που είμαστε όλοι νέοι, ΕΑΜ νέων για να κάνουμε αντίσταση;” και αμέσως δέχτηκα. […] Οπότε πια σε μία άλλη συνάντηση μου εξήγησε τι είναι ο κομμουνισμός, την ιδεολογία, όπως μπορεί να εξηγήσει ένας νέος σε έναν άλλο. Μου είπε για τα ιδανικά της ισότητας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και εγώ συγκινήθηκα τόσο πολύ και ενθουσιάστηκα και είπα “Μα καλά γιατί δεν τα φωνάζετε σε όλο τον κόσμο; Όλοι θα είναι σύμφωνοι. Πρέπει να τα μάθουν όλοι”. Με αυτό το πάθος δουλεύαμε.
(συνέντευξη της Μ.Κ. στην ΟΠΙΑ, 9/9/88)
Η ΛΝ στην επιτροπή συσσιτίου του Πολυτεχνείου
 
Η δουλειά μας ήταν να δουλεύουμε στην Επιτροπή συσσιτίου, παρακολουθούσαμε να μη μας κλέβουνε. Στην αρχή ήταν σκληρά τα πράγματα γιατί οι καθηγητές δε δεχόντουσαν να είμαστε στον έλεγχο αλλά καταφέραμε να γίνει μια επιτροπή και να μπούμε στην επιτροπή και να παρακολουθούμε αν μπαίνει το λάδι, τα φασόλια. Ξεκινούσα από τις 5 το πρωί για να προλάβω να ζυγίσουμε τα φασόλια αν ήταν σωστά και μετά πηγαίναμε αυτά τα υλικά στο Πολυτεχνείο που είχαμε τη Λέσχη και τα μοιράζαμε. Κάθε φοιτητής έδειχνε την κάρτα του και εμείς του ρίχναμε στο τενεκεδάκι του μια κουταλιά.
(συνέντευξη της Δ.Α. στην ΟΠΙΑ, 26/5/89)
Οι εκδρομές στο Πανεπιστήμιο ως μέσο ένταξης στην ΟΚΝΕ
 
Βέβαια όποιος φοιτητής ήθελε ερχότανε. Δεν ήταν οργανωτικές καθόλου, ήταν εκδρομές οι οποίες γίνονταν απ’ το πανεπιστήμιο, απ’ το πολυτεχνείο, ερχόντουσαν πολλοί φοιτητές. Φυσικά ήταν οι φοιτητές που δεν ήταν οργανωμένοι αλλά είχαν ευαισθητοποιηθεί, για να πούμε την μοντέρνα έκφραση, ιδιαίτερα από τους μαζικούς αγώνες και για προβλήματα επιβίωσης και για προβλήματα λευτεριάς πια γιατί αυτό ήταν άμεσο πρόβλημα.
(συνέντευξη της Φ.Λ. στην ΟΠΙΑ, 16/6/87)
Τα  πάρτι της ΕΠΟΝ: μπουκάλα, ταγκό και … αγώνας
 
χορεύαμε και παίζαμε και την μπουκάλα νέοι ήμασταν κάναμε και τέτοια. Απαγγέλλαμε, δημιουργούσαμε τη διάθεση του αγώνα, του ομαδικού αγώνα όλα αυτά μαζί και μ’ αυτά που θέλανε οι νέοι. […] μαζεύονταν νέοι εκεί πέρα [;;;στη λέσχη] και χορεύανε κιόλας, ταγκό. Βρέθηκε κάποιος λοιπόν που είπε “δεν επιτρέπεται να χορεύουν ταγκό και τι πράγματα είναι αυτά” πουριτανισμός. Θυμάμαι ότι το είχε βάλει σε μία συνεδρίαση και είπε ένας καθοδηγητής που είχε πιο ανοικτό μυαλό, βεβαίως λέει νέοι είναι θα χορέψουν.
(συνέντευξη της Φ.Λ. στην ΟΠΙΑ, 16/6/87)
Πάρτυ και ένταξη στο κίνημα: βαλς και τσάμικο
 
Κάναμε πάρτυ. Στο σπίτι μας ήταν μέρα πάρα μέρα το πάρτυ. Η μάνα μου, ο πατέρας μου. Στο σπίτι τους γινότανε οι συνεδριάσεις, ετοιμάζανε φαί και στέλνανε στους παράνομους, τέτοιου είδους. Έτσι έμπαινε ο κόσμος μέσα στο κίνημα. […] Και χορούς, τα βαλς. Τα ευρωπαικά, αλλά και ελληνικούς που τους ξέρανε πολύ καλά. και έτσι αρχίσαμε και συμφιλιωνόμαστε με τα βλάχικα που λέγανε γιατί αυτά τα παιδιά ο ένας έχει ο αραβωνιαστικός της Γιωργίας και αυτοί ήτανε από την Πελοπόννησο και χορεύανε το τσάμικο τόσο ωραίο, μπορούσες να το μάθεις και να το χορεύεις. Και μετά μας πιάσανε όλους. Αυτά γίνονται στην Κατοχή 43-44.
(συνέντευξη της Π.Χ. στην ΟΠΙΑ, 1/3/95)
Το ΕΑΜ και η 7η Αχτίδα για τα γυναικεία
 
[…] Η οργάνωση το ΕΑΜ με πήρε από κει [τη Νομική] και με έστειλε στις συνοικίες γιατί στις φοιτήτριες είχαμε πληθώρα και πήγα στις γειτονιές, ήμουνα στην 7η αχτίδα για τα γυναικεία. Στις οργανώσεις υπήρχε στο πρόβλημα της επαφής με τις γυναίκες, γι’ αυτό είχαμε χωριστές οργανώσεις, στα σπίτια ήταν δύσκολο να μπει ένας άντρας, ενώ μία γυναίκα έμπαινε πιο άνετα.”
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΕ. στην ΟΠΙΑ, 28/3/97)
Τα κορίτσια που πηγαίνανε με Γερμανούς: σημειώματα και ξυλοδαρμοί
 
αγώνας εναντίον των κοριτσιών που πηγαίνανε με γερμανούς. […] Είχανε δείρει και γυναίκες εγώ δεν είχα πάρει μέρος αλλά τις είχανε δείρει. […] και ήταν ένας αγώνας να περιορίσουμε αυτό το φαινόμενο, το οποίο θεωρούσαμε ότι ήταν εξευτελιστικό και σαν πολίτες έλληνες γυναίκες, αλλά και σαν γυναίκες το θεωρούσαν ατιμωτικό για το φύλο μας και σαν ελληνίδες. […] ήταν αγώνας πολύ σημαντικός. Γράφανε γράμματα που τα πετάγανε στα σπίτια τους. Ήξερα ας πούμε εγώ μία που πήγαινε με γερμανούς. [Πήγαινε για να φάει;] Βασικά ναι, είπαμε όμως στο κάτω κάτω ολοι πεινούσαμε. Ήταν και μία πως να το πει κανένας, μία χαλαρή συνείδηση.
(συνέντευξη της Φ.Λ. στην ΟΠΙΑ, 16/6/87)
Β. Βία – Ένοπλος Αγώνας
 
Αρχίζει η αντίσταση
 
Στην κορφή [της Δαμιράλης] ακριβώς βλέπω να πετάγεται ένας νέος γύρω στα 23 και να περνάει ένας τσολιάς να βγάζει το όπλο και να του λέει “γδύσου!” το άκουσα αυτό γιατί εγώ κρύφτηκα αμέσως σε ένα βραχάκι και κοίταγα ότι τον έγδυσε τον τσολιά τον άφησε γυμνό με το σώβρακο και το φανελάκι του και πήρε τα ρούχα του και χαθήκανε και οι δύο. Όταν χαθήκαν και οι δύο πήρα εγώ το γάλα και το έδωσα, λοιπόν άρχισε η αντίσταση…
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)
Ξυλοδαρμός φοιτητή στη Νομική
 
ήταν βέβαια παιδιά τα οποία ήταν τα προοδευτικά χωρίς να το δηλώνουν πού ανήκουν, ήταν όμως φερ’ ειπείν… θυμάμαι το ξύλο που έφαγε ένας ο οποίος ήταν ένας φοιτητής που γυρνώντας το πέτο διαπίστωσαν ότι ήταν προδότης, δεν ξέρω τώρα, πού μπορεί να ανήκε, ήταν όμως αυτός είχε και ιταλική καταγωγή και τον έσπασαν στο ξύλο οι… προφανώς οι προοδευτικοί ας το πούμε και δεν ξαναπάτησε στο Πανεπιστήμιο.
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΟΥ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14)
Εκτελέσεις συνεργατών των Γερμανών από «αριστερή οικογένεια» στον Ν. Κόσμο
 
Από κει μάθαμε ότι αυτοί οι αριστεροί ήταν και μια οικογένεια που ήταν στη Λάρισα οι συγγενείς τους και ήρθανε εδώ κάτω και αρχίσανε -αρχίσανε δεν τα είδα εξαντλητικό πόλεμο. Πως περνάμε τη Φραντζή και μπαίνουμε στον Αι -Γιάννη στην κάμψη ακριβώς της Φραντζή εκεί ήτανε βουνό κατευθείαν εβλέπαμε κάθε μέρα και ένα νεκρό και απάνω στο νεκρό είχε ένα καρφιτσωμένο χαρτί “προδότης-θάνατος”. Τρομερά κατάσταση και λέγανε ότι τους εκτελούσανε αυτή η οικογένεια που ήρθε από τη Λάρισα για αυτό το σκοπό, δεν ξέρουμε πάρα πέρα.
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)
Γ. Κυνηγητό-Κρυφτό
Σ. Τρικούπη: συνθήματα-πανό
 
το βράδυ βγαίναμε και κολλούσαμε γράφαμε και ζωγραφίζαμε συνθήματα διάφορα, με το χέρι. Ήταν ένα πολύ κάλο παιδί ο φοιτητής, αυτός έκανε σκίτσα, ζωγράφιζε και με την ζωγραφική αυτουνού βάζαμε το σύνθημα μέσα και τα σκορπούσαμε τη νύχτα τα κολλούσαμε στους τοίχους, γράφαμε συνθήματα στους τοίχους εναντίον των γερμανών, αγόρια και κορίτσια, κρεμάγαμε και πανό πάνω στα σύρματα τα ηλεκτρικά. […] Ήταν ένα κέντρο διαφώτισης πολύ καλό και μεγάλο, το πρωί γινότανε φασαρία μεγάλη, φέρνανε πυροσβεστικές. Αυτά τα οργανώναμε μόνοι μας, είχαμε βρει μόνοι μας τρόπους, δέναμε μια πέτρα στην άκρη του σπόγγου κι’ απ την άλλη άκρη δέναμε το πανό, πετάγαμε την πέτρα πέρναγε πάνω από το σύρμα και τραβούσαμε λοιπόν αυτές τις δύο πέτρες και πήγαινε επάνω το πανό, ξαναγυρίζαμε τις πέτρες …(γέλια) για να τα κατεβάσεις έπρεπε να βάλεις πυροσβεστική σκάλα.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)
Τα όπλα, τα τσιγάρα και οι Γερμανοί
 
Ένα βράδυ είχα ένα περιστατικό, είχα δυο τσουβάλια μεγάλα με όπλα δεμένα κι έπρεπε να τα πάρουνε άλλα παιδιά που θα φεύγανε για έξω για το βουνό και είχα και σ’ ένα πασουμάκι μέσα χειροβομβίδες, περνάει λοιπόν περίπολος απ’ έξω γερμανική, τα παιδιά είχαν έρθει για να τα πάρουνε, ήταν ακόμα απέξω περιμένανε τα παιδιά, περναει αυτή η περίπολος με τα κόκκινα γκεστάπο, μόλις τους ειδανε τα παιδιά… αυτοί σταμάτησαν στο μαγαζί (οι γερμανοί ) και κοιτούσαν. Τα χρειαστήκαμε όλοι φυσικά, πήγανε τα παιδιά και κάτσανε σ’ ένα πεζούλι σε κάτι μαγαζιά απέξω κι ένας ένας σιγά σιγά σηκωνότανε κι έφευγε. Είχα μείνει μόνο εγώ, λέω τώρα θα μπούνε μέσα… χαιρέτα μας τον πλάτανο, ώρα μας καλή!!! και ξαφνικά τους είδα και γελάγανε, ύστερα απ’ τα γέλια φύγανε σιγά σιγά, τι ητανε, μετά το αντιλήφθηκα  απ’ έξω απ’ το μαγαζί είχα  ένα τραπεζάκι κι ήταν κάποια  πακέτα τσιγάρα κι είχα ένα γυάλινο τετράγωνο κουτί και κάποιος απ’ όλους ήθελε να με εξυπηρετήσει και μου έγραψε επάνω “τσιγάρα”  σαν διαφήμιση ας πούμε για το μαγαζί, κι’ αυτό τους έκανε εντύπωση και σταμάτησαν γι’ αυτό.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)
Δ. Συκοφαντία: Αρκεί να έλεγες ότι είναι κομμουνιστής
 
Έκτοτε όμως η γιαγιά η Ελένη που τη λέγαμε, μεγάλωσε κανα δύο ανιψιές. Μια ανιψιά από αυτές επήρε έναν άνθρωπο, ο οποίος όμως ήταν ε… άνθρωπος προδότης, κακός χαρακτήρας, κακός σύζυγος και μια φορά λέει στη γιαγιά μου, θα πάω να πω ότι ο Παυλογεωργάτος, ο πατέρας μου δηλαδή για τον πατέρα μου, είναι κομμουνιστής. Να δεις, λέει, την άλλη μέρα λέει, αν υπάρχει Παυλογεωργάτος, χωρίς να είναι ο πατέρας μου και του απάντησε η γιαγιά μου ότι εκείνος θα πάει θα χαθεί και εσύ με ένα τούβλο θα σου σπάσω το κεφάλι και έτσι τον εγλίτωσε τον πατέρα μου. Αυτά ήταν γεγονότα που συνέβαιναν. Αρκεί να πήγαινες να πεις βέβαια, ότι είναι κομμουνιστής.
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΟΥ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14)
Ε. Εργοστάσια: απεργίες και συσσίτια
 
Οι οργανωμένοι εργάτες και η στάση της εργοδοσίας
 
Στην Κατοχή λοιπόν, στου Παπαστράτου ο οποίος είχε διπλάσιο προσωπικό από μας, ήταν τεράστια η επιχείρηση του Παπαστράτου, οι Γερμανοί κρεμάσανε δυο μηχανικούς μέσα στο εργοστάσιό του. [Γιατί;] Γιατί δεν τους βοήθησε [ο Παπαστράτος]. Εμάς μας βοηθούσε [ο Καραβασίλης;]. Δεν είχαν πειράξει κανέναν απ’ το εργοστάσιό μας. Μας βοηθούσε, έλεγε ότι κανένας δεν έχει ανακατωθεί σε πολιτικά.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/13 )
Η κυρία Πολυξένη γίνεται διήγημα
 
Το διήγημα το έδειξα στο Εργατικό Κέντρο [σημ. μετά την απελευθέρωση] και η διαφώτιση εκεί με ενθουσιασμό είπε, με βάλανε να το μικρύνω λιγάκι κι’ έλεγα για  την κυρά Πολυξένη, που είχε 4 παιδιά και δεν ήξερε τι να τα κάνει κι’ απ’ αυτό το λαδάκι που μας έβαζαν εμάς το αδρακτέλαιο απ’ αυτό το λάδι θέλησε η καημένη σ’ ένα μικρό μπουκαλάκι απ’ αυτό που βάζουμε μανόν για τα νύχια μας θέλησε να βάλει λιγάκι να το πάει στα παιδιά της και της το βρήκανε στην τσέπη ο θυρωρός και το έδωσε αμέσως στην διεύθυνση και την διώξανε απ’ την δουλειά την κυρά Πολυξένη. Ναι, αυτό ήταν πραγματικό επεισόδιο, το 42 το 41 με 42 το χειμώνα.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)
Οι φοιτητές στην απεργία της Εριουργίας του Μποδασάκη
 
Νομίζω ότι ήταν το 44 που έγινε μία απεργία και έφυγε μία ομάδα εργατών και ήρθε για ενίσχυση στην εριουργία σ’ αυτή την ομάδα φοιτητών υπήρχε η αδελφή του [άντρα της] Μαίρη Λαλοπούλου, φοιτήτρια της Νομικής δευτεροετής ήταν μέσα σ’ αυτή την ομάδα που ήρθαν να ενισχύσουν τους εργάτες στην απεργία και φυσικά τους χτύπησαν οι γερμανοί, σκοτώσανε ένα δύο μου φαίνεται και οι άλλοι πεθάνανε στην ασφάλεια από τα βασανιστήρια και μείνανε κάνα δυο τρείς, η αδελφή του, της οποίας είχαν γδάρει την πλάτη της, την είχαν χαρακώσει, αλάτια μέσα, την είχαν κουρέψει γουλί. Ναι, ήταν ακόμη κατοχή 43 εκεί.
(συνέντευξη της Β.Λ. στην ΟΠΙΑ, 1/9/89)
Τσιγαροποιία Καραβασίλη: στις απεργίες οι Γερμανοί δεν επεμβαίνανε
 
Βγάζαμε ένα ποσόν τσιγάρα για τους Γερμανούς. Και μάλιστα, όταν κάναμε απεργίες αφήναμε ένα 10% εργαζόμενους  να βγάζουν τα τσιγάρα των Γερμανών. Δε μας συνέφερε να κάνουμε επίσημα σαμποτάζ στους Γερμανούς. […] Να σου πω, δεν κάναμε απεργίες. Κάνεις λάθος. Κάναμε στάση εργασίας. Λευκή απεργία το λέγαμε. Δηλαδή καθόμαστε στη θέση μας και δε δουλεύαμε. Δεν βγαίναμε έξω. Συλλαλητήρια κάναμε εναντίον, συλλαλητήρια  εναντίον του κατακτητή. Κι όποιον έπαιρνε ο χάρος. […] Οι Γερμανοί δεν επεμβαίνανε σ’ αυτό. […] Να μας πληρώνουν σε είδος, να δίνουμε ένα πακέτο τσιγάρα να παίρνουμε λίγη σταφίδα, που λέει ο λόγος. […] να έχουμε συσσίτιο και να κάνουμε και συνεταιρισμό. Είχαμε συνεταιρισμό και μας έδιναν λίγο λάδι, δεν θυμάμαι τι άλλο μας δίνανε, νομίζω και αλεύρι.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/13)
Αργή προσέλευση της «πέτρας του σκανδάλου»
 
Ξέρεις, 8 η ώρα μπαίναμε […] Οκτώ παρά πέντε έκλεινε η πόρτα. Είχα γίνει πια γνωστή ότι ήμουνα η πέτρα του σκανδάλου μέσα στο εργοστάσιο, γιατί εγώ τους ξεσήκωνα. Και αργώ. Έχουμε μείνει έξω 11 κορίτσια […] Και κει όπως είμαστε απ’ έξω, […], να ο Πεντάρης […], ο διευθυντής, που σου λέω της Τράπεζας […]. Έρχεται λοιπόν, με κοιτάει και μου κάνει [κάνει κίνηση με το χέρι σαν να δίνει ξύλο]. Εγώ τόπιασα. Πίστευα, όπως απεδείχθη, ότι μου είπε: όποιος φωνάζει νάναι και εντάξει για να μπορεί να φωνάζει. Εν τάξει, του λέω, κ. Διευθυντά, βάλτε τις κοπέλες και γω τίποτα. «Αι στο διάολο μωρή, πήγαινε στη δουλειά σου, μου λέει. Μπες μέσα». Σου λέει «τόπιασε, με κατάλαβε αυτή.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΑΜ. στην ΟΠΙΑ, 23/6/13)
 
ΣΤ. Σάτιρα
 
Θέατρο του βουνού: σατιρικό τραγούδι για τον Χίμλερ
 
Μετά κάναμ’ ένα συγκρότημα, εε θεατρικό και γυρίζαμε όλα τα τάγματα με τα πόδια απ’ τα βουνά και ψυχαγωγούσαμε τους αντάρτες. [29:36] […] (τραγουδάει) «μπας βρε και τρελάθηκε, ο Χίμλερ και δε στάθηκε, για να καταλάβει τη Ρωσία, θα του πω βρε στα σωστά, να τ’ αφήσει όλ’ αυτά […]
(συνέντευξη της Μ.Κ. στην ΟΠΙΑ, 29/8/2013)
 

Ζ. Τελευταίες μέρες της Κατοχής: ΕΛΑΣ και ελεύθερη Ελλάδα

 
 
Ο ιερός λόχος των σπουδαστών του ΕΛΑΣ «Λόρδος Μπάυρον» στου Γκύζη
 
“Εκεί στρατοπεδεύαμε, μια ελεύθερη περιοχή, βγαίναμε τη νύχτα κατεβαίναμε κάτω, μιλάμε για τις τελευταίες μέρες της κατοχής τώρα [3:00] […] Κατεβαίναμε κάτω στην Αθήνα, γράφαμε στους τοίχους, βγάζαμε ή χωνί ή τηλεβόα, τώρα τώρα πια οι εκδηλώσεις αυτές, γινότανε με ένοπλη συνοδεία, με ένοπλη περιφρούρηση! Οπότε είχαμε περισσότερο θάρρος και κι αυτοί αποφεύγανε να συγκρουστούνε μαζί μας. Κει γύρω και κατά κάποιο τρόπο κυριαρχούσαμε στην περιοχή Εξαρχείων και, από κει κάτω. Και μετά γυρίζαμε πίσω και ε! κοιμόμαστε λιγάκι και μετά κάναμε τις δουλειές μας”
(συνέντευξη του Φ.Τ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14)
Παράνομο τυπογραφείο στη Νέα Ελβετία
 
Όταν ήμουνα στο παράνομο τυπογραφείο στη Νέα Ελβετία […] έρχονταν  τα αετόπουλα με τα ποδήλατα και έπαιρναν τις εφημερίδες και τις μοίραζαν -τις τελευταίες εβδομάδες- στο λεκανοπέδιο. Θυμάμαι όταν πρωτοπήγα που μας σταμάτησαν στο γεφύρι που ήταν τα σύνορα και χωρίζονταν οι ανατολικές συνοικίες από το Ζάππειο. Μόλις περάσαμε το γεφυράκι, αμέσως είδαμε τον Ελασίτη εκεί και του τεχνικού μηχανισμού που με συνόδευε εμένα. […]  Και είπαμε σύνθημα, παρασύνθημα -το είπε αυτός, εμείς δεν ξέραμε- και ανεβήκαμε κι επάνω και ήταν… Εκεί βρήκαμε οικογένειες που τα σπίτια τους ήταν ανοικτά. Ένα άλλο πράγμα. Ούτε κλέβανε ούτε τίποτα.
(συνέντευξη της Δ.Σ. στην ΟΠΙΑ, 1/4/89)
Το Δουργούτι καίγεται
 
Το άλλο είναι που το 44 κάψανε το Δουργούτι. […] Εκεί το Δουργούτι ήταν ελεύθερη Ελλάδα δεν μπορούσε να πατήσει γερμανός. Όλο σχεδόν το 44 ήταν έτσι. Τα κατάφεραν γιατί ο ΕΛΑΣ της πόλης έπαιξε φοβερό ρόλο […]Θέλανε να το καταστρέψουν γιατί τους ήταν καρφί στο μάτι όπως λέμε.
(συνέντευξη της Κ.Μ. στην ΟΠΙΑ, 30/5/95)


8. Κατακτητές: η άλλη πλευρά

 
Οίκτος για τους Ιταλούς αιχμαλώτους
 
Ήτανε κάτι το ασύλληπτο!! Οι γυναίκες είχανε μαζί τους ψωμί τους δίνανε από ένα κομμάτι ψωμί του καθενός, άλλος ζήταγε νερό ο Ιταλός, άλλος ήτανε με την κιθάρα, άλλος ήταναν να του δώσει –τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά νερά –  είχε γουβαδάκια με νερό και μοίραζε στους Ιταλούς. Ητανε ρακένδυτοι σε τέτοιο σημείο που τους λυπόντουσαν όλος ο κόσμος. Αυτή η χαρά που είδα και εγώ αιχμάλωτους για  πρώτη φορά να τους συνοδεύουν στρατιώτες δικοί μας ήταν το κάτι άλλο…. Χειροκροτούσαμε και από την άλλη λυπόμασταν για την  κατάντια αυτών των ανθρώπων δηλ. τους αιχμαλώτους οι οποίοι… κάπως έτσι θα γινόταν μετά για μας, από τους Γερμανούς.
(συνέντευξη του Δ.Ξ. στην ΟΠΙΑ, 9/6/13)
Γερμανοί vs Ταγματασφαλίτες
 
 Το καθημερινό τίποτα. Εδώ. Μέσα στην πόλη. Τίποτα που να φαίνεται. Τίποτα που να με τρομάζει. Δηλαδή. Όχι μόνο δεν με τρόμαζε, μπορώ να σου πω πώς τους θαύμαζα και λίγο με την έννοια του σωστού, απ’ αυτή την άποψη. Ήτανε άψογα ντυμένοι… ξέρεις εμείς δεν είχαμε επεισόδια έτσι με ένα Γερμανό, να σου δώσει ένα χαστούκι στα καλά του καθουμένου ώστε να μου έχει μείνει κάτι τέτοιο. Μου έχει μείνει μόνο στην Ασφάλεια. Η Ασφάλεια δεν ήταν Γερμανοί. Εγώ που πήγα δεν είδα τίποτα. Ήταν οι Έλληνες που κάνανε ό,τι κάνανε. […] Γιατί εδώ δεν έχει έρθει Γερμανός. Έλληνες είχαν έρθει, όταν ψάξανε[…] Ναι. Έλληνες ήταν. [σιγή] Απ’ την Ασφάλεια. Τώρα αν ήτανε Γερμανοί κάτω, σε κανένα αυτοκίνητο, δεν θυμάμαι. Μέσα στο σπίτι πάντως ήρθαν Έλληνες. [σιγή] Πιστεύω, δεν ξέρω αν έπρεπε να το πω αυτό, ότι δεν θα κατακλέβανε κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Γερμανοί.
(συνέντευξη της Μ.ΑΝΤ. στην ΟΠΙΑ, 19/3/14) 
Ο Αυστριακός βασανιστής
 
Αυτός που με έδειρε, όχι ο αξιωματικός, είχε βάλει ένα στρατιώτη Αυστριακό. […] λιποθύμησα, μου δώσανε νερό, μετά με ξαναδείρανε και μετά με πήγανε στο μπλοκ εκεί με τις γυναίκες. Ήρθε αυτός μου λέει «εγώ δεν ήθελα να σας χτυπήσω αλλά δεν μπορούσα θα με εκτελούσανε, μπορούσε δεν μπορούσε εγώ από τότε έχω το πρόβλημα με τις φλέβες μου.
(συνέντευξη της Ε.ΜΠΕ. στην ΟΠΙΑ, 28/3/97)
Γερμανοί αντιφασίστες
 
Εγώ έκανα κρατούμενος εκεί, στην Κομμαντατούρα, να δεις μια παλληκαριά! Απ’ τους Γερμανούς! Από Γερμανούς ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΕΣ! Τους παίρνανε από κει και τους εκτελούσανε! Κι αυτοί, παίρνανε ΜΠΟΥΝΙΕΣ  … τους κρατού- τους κρατούντες  Ε και φωνά- «ΦΑΣΙΣΤΑ! ΦΑΣΙΣΤΑ!»: το μόνο που ξεχώριζα εγώ εκεί στην απομόνωση, ήταν η λέξη «φασίστα». Έχουν ΠΑΛΕΨΕΙ και οι ΓΕΡΜΑΝΟΙ δηλαδή.
(συνέντευξη του Φ.Τ. στην ΟΠΙΑ, 20/2/14)