Οι πολλαπλές αιτίες της μετανάστευσης

 Αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον: από την επαρχία στην Αθήνα

Έως τα έξι μου χρόνια ήμουν επαρχία. Γεννήθηκα εκεί, στο Νομό Ηλείας, Βουπράσιο Ηλείας, Πελοπόννησο. […] Και έξι ετών ήρθα στην Αθήνα. […] Μετακόμισαν οι δικοί μου, έφυγαν από την επαρχία και εγκατασταθήκαμε στο Γαλάτσι. Από το 1979 ως το 1990. Ήρθανε για λόγους εργασίας και ήρθαν και για τα παιδιά […] για καλύτερα σχολεία, καλύτερη εκπαίδευση […] για ένα καλύτερο μέλλον. […] γιατί τότε το 1979 ήταν η Αθήνα καταπληκτική, και δουλειές έβρισκες άνετα και επαγγελματικά μπορούσες να καταξιωθείς, αλλά και συγχρόνως να βοηθηθείς από θέμα κοινωνικού status.
 (συνέντευξη της Π.Μ. από την Πελοπόννησο στην ΟΠΙΚ, 15.02.2012)

Κρίση στη χώρα προέλευσης και μετανάστευση

Έφυγα γιατί δεν ένιωθα ασφαλής με το πολιτικό σύστημα και γιατί δεν μπορούσα να επιστρέψω στο χωριό μου όπου υπήρχε κρίση. Η ζωή μου ήταν σε κίνδυνο, έτσι αποφάσισα να μετακινηθώ. Άνθρωποι από τη Νιγηρία υπάρχουν σε διάφορες χώρες στην Ευρώπη, ορισμένοι στην Ελλάδα, άλλοι στην Ισπανία. Όπου καταφέρεις να φτάσεις, καταλήγεις εκεί.
 (συνέντευξη του C. από τη Νιγηρία στην ΟΠΙΚ, 10.12.2014)
Εγώ έχω έρθει εδώ το 1998 […] τότε με τα γεγονότα τα περίεργα στην Αλβανία, με τον εμφύλιο πόλεμο. Ο πατέρας μου ερχόταν στην Ελλάδα αρκετά χρόνια πριν […] Δούλευε για πολλά χρόνια στο Δήμο εκεί στην πόλη μου, κάποια στιγμή, δεν. Έκλεισαν όλα τα έργα, σταμάτησε έτσι να δουλεύει εκεί […] Είχε καταστραφεί η πόλη σχεδόν. […] Είχαμε κι άλλα οικογενειακά θέματα, ας πούμε, που οδήγησαν σε αυτό το πράγμα, δυσκολίες, εσωτερικές, οπότε […] Αλλά κυρίως το οικονομικό, εντάξει, σίγουρα. Να μην έχεις δουλειά ας πούμε.
 (συνέντευξη της Α. από την Αλβανία στην ΟΠΙΚ, 20.10.2013)

Επιστροφή στην πατρίδα;

Μ’ αρέσει τότε, τώρα χρόνια δύσκολα, πράγμα δύσκολο, σκέφτομαι φύγω […] έφτιαξε σπίτι καινούργιο, σκέφτομαι πολλά χρόνια έξω. […] Αυτό φτιάχνω σπίτι, πατρίδα, περίπου 7.000 ευρώ, τρία δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο, όλα, έχει ένα αυτοκίνητο. Δεν φύγω τώρα, σκέφτομαι έτσι, δεν ξέρω, δύο χρόνια, τέσσερα χρόνια, σκέφτομαι κάτσει εδώ.
 (συνέντευξη του Ρ. από την Ινδία στην ΟΠΙΚ, 16.03.2014)


Η Κυψέλη μέσα από τα μάτια των μεταναστών: προσδοκίες και ματαιώσεις

 Οι «ομορφιές» της Κυψέλης στη δεκαετία του 1970

Οι ομορφιές ήταν οι βόλτες που πηγαίναμε στα πάρκα. Τότε δεν ήταν τόσο πυκνοκατοικημένη, είχε χώρους να πας, ερχόμασταν στην Κυψέλη κι εδώ ήταν ποτάμι, το 1979, το οποίο ξεκινούσε από το Γαλάτσι και κατέληγε στον Κηφισό […] Μπορούσες να περπατήσεις και να διανύσεις όλο το ποτάμι, δεξιά αριστερά πλατάνια… ήτανε κα-τα-πλη-κτι-κά! Εμείς παίρναμε το ποδήλατο και εξαφανιζόμασταν. Ήτανε πάρα πολύ ωραία. Είχε παλιά αρχοντικά σπίτια και είχε και παλιές αρχοντικές πολυκατοικίες. Οι οποίες ήτανε μέχρι τρεις τέσσερις ορόφους, δεν ήτανε παραπάνω, μην σου πω διώροφα τα περισσότερα. […] Ανέβαινες στον τρίτο όροφο, κι επειδή ήταν όλα διώροφα και τριώροφα, είχε θέα, έβλεπες την Αθήνα, έβλεπες το Γαλάτσι, έβλεπες την Ομόνοια, έβλεπες την Ακρόπολη, τώρα πάνε αυτά.
 (συνέντευξη της Π.Μ. από την Πελοπόννησο στην ΟΠΙΚ, 15.02.2012)

Από την ύπαιθρο στην πόλη και από το αρχοντικό σπίτι στο δυάρι

Για μένα ήτανε μια τεράστια αλλαγή γιατί άφησα τους φίλους μου εκεί. Ήταν λογικό να μην μπορώ να προσαρμοστώ εύκολα εδώ. Γιατί στην ουσία ξεριζώθηκα. […] μου έλειπε το χωριό μου, μου έλειπαν οι φίλοι μου. Μου ‘λειπε το σπίτι μου, μου ‘λειπε η γιαγιά μου, ο παππούς μου, μου λείπανε. […] Δεν μπορούσα να εγκλωβιστώ σε ένα διαμέρισμα. Γιατί είχα μάθει να είμαι στο ύπαιθρο, είχα μάθει να παίζω στην αυλή, να ασχολούμαι με την αγροτική ζωή […] και έχασα την ελευθερία μου […] Όταν ήρθαμε λοιπόν στο Γαλάτσι, μείναμε σε ένα δυάρι. […] από το αρχοντικό σπίτι το διώροφο, την αυλή, τον κήπο, τα λουλούδια, το πράσινο, τους αγρούς, να βρεθώ στο τσιμέντο, ήτανε δύσκολο. […] Σαν κλουβί μου φάνηκε.
 (συνέντευξη της Π.Μ. από την Πελοπόννησο στην ΟΠΙΚ, 15.02.2012)

«Αυτή είναι η Αθήνα σας; Δεν μ’ αρέσει καθόλου»!

 Ήρθαμε εδώ και θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη, έτσι, εντύπωση, ήρθαμε και άκουγα τα σκουπιδιάρικα. Κι έλεγα τι είν’ αυτά τα πράγματα τώρα, εμείς (μεγαλώσαμε) σε μια πόλη πολύ μικρή, σκουπιδιάρικα και τέτοια, δεν υπήρχαν καν. Πέρναγε εκεί ένας κύριος, τα μάζευε, και τέλος πάντων, αυτή είναι η κωλο-Αθήνα σας λέω, δεν μ’ αρέσει καθόλου. Είχα πάρα πολύ μεγάλη χαρά που θα ‘ρχόμουν εδώ. Αλλά με το που τη βλέπω έτσι, λέω αυτή είναι η Αθήνα σας λέω, δεν μ’ αρέσει καθόλου […] Τα σκουπιδιάρικα, οι πολυκατοικίες, οι στενοί δρόμοι, βρομιά, μου φάνηκε, δεν ξέρω, αυτό το γκρίζο, αυτά.
 (συνέντευξη της Α. από την Αλβανία στην ΟΠΙΚ, 20.10.2013)

Από την «αρχοντιά» στην «υποβάθμιση»

Η Κυψέλη ήταν αρχοντική, γιατί κατοικούνταν από ανώτερα οικονομικά στρώματα. Και ποιοτικά, όχι μόνο οικονομικής εμβέλειας, αλλά και προσωπικά και πνευματικά. Και το επίπεδο ήταν πολύ ανεβασμένο. […] η Κυψέλη ήταν ένα κόσμημα. Είχε την ίδια αίγλη με το Κολωνάκι […] από το 1990 και μετά ξεκίνησαν να έρχονται πλέον οι αλλοδαποί… δυστυχώς έχει γίνει πλέον η περιοχή της Κυψέλης, η περιοχή των αλλοδαπών. Όλα τα υπόγεια έχουνε να κάνουνε με μαύρους, με Πολωνούς, με μουσουλμάνους, με ό,τι θέλεις από φυλές, τις έχουμε εδώ. Κινέζους… και παίρνουν και νοικιάζουν ένα υπόγειο δέκα άτομα και μένουν μέσα δέκα άτομα. Και το ‘χουνε κάνει το σπίτι τεκέ. […]
Ξέρεις τι έγινε; Έφυγε η ποιότητα. Ο καλός ο κόσμος νοίκιασε τα διαμερίσματά τους και αγοράσανε αλλού. Ή τα πουλήσανε, φύγανε και πήγανε σε άλλες περιοχές, στα βόρεια προάστια.
 (συνέντευξη της Π.Μ. από την Πελοπόννησο στην ΟΠΙΚ, 15.02.2012)

“Δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…”

Στη γκαρσονιέρα που μένω τώρα, εδώ και 8 χρόνια… Παλιά δεν ήτανε… Τόσους μαύρους που είναι τώρα, αλλά δεν με πειράζει. Δεν μ’ ενοχλούνε, απλώς… Εντάξει, δεν γουστάρω φασαρίες και τέτοια […] Δεν είμαι ρατσιστής αλλά, και πάλι, δεν μπορώ… Πολλοί ξένοι, πολλοί. Κι εγώ είμαι, αλλά… Είμαι νόμιμος, δεν ξέρω… Τώρα, πιστεύω ότι είμαι… Κι εγώ πληρώνω φόρους, κι εμένα… Είμαι σαν κι εσένα, ας πούμε […] Άμα πω ότι μένω Πλατεία Αμερικής ή κάτι τέτοιο, μου φαίνεται κάπως. Επειδή πολλοί ξένοι και δεν μ’ αρέσει.
 (συνέντευξη του Κ. από τη Ρουμανία στην ΟΠΙΚ, 01.07.2013)

Αίσθηση «κοινότητας» και οικειοποίηση της γειτονιάς

Στην Κυψέλη, υπάρχουν πολλοί Αφρικανοί, οι περισσότεροι Αφρικανοί ζουν εδώ. Είναι καλύτερα για αυτούς. Είναι κοντά σε πολλά μέρη, είναι πολύ κεντρικά και οι άνθρωποι εδώ είναι φιλικοί. [Οι άλλοι Αφρικανοί] σε καλωσορίζουν και σου δείχνουν το δρόμο, σε βοηθούν. Οπότε, δεν έχεις λόγο να φύγεις. Γιατί προτιμάς να βλέπεις τους δικούς σου ανθρώπους. Προτιμάς να μην είσαι ο μόνος Αφρικανός σε μια άλλη γειτονιά, αυτό δεν είναι καλό για εσένα. […] Μιας και ξέρεις τι συμβαίνει στη γειτονιά. Έχω περισσότερους φίλους εδώ. Ξέρω ανθρώπους που έχουν μικρά μαγαζιά. Νιώθω καλύτερα εδώ.
 (συνέντευξη του C. από τη Νιγηρία στην ΟΠΙΚ, 10.12.2014)


Μορφές διεθνοτικής συνύπαρξης: μεταξύ ρατσισμού και φιλικών σχέσεων

 Ρατσισμός στην καθημερινότητα

Τον ρατσισμό τον βλέπεις συνέχεια, έχει γίνει μέρος μας, κομμάτι μας, καταλαβαίνεις; Δεν τον βλέπουμε πια τον ρατσισμό, επειδή τον ζούμε κάθε μέρα. Κάποιοι άνθρωποι είναι καλύτεροι αλλά κάποιοι άλλοι σου κάνουν ξεκάθαρο ότι δεν σε θέλουν, ότι δεν θέλουν καν να σε βλέπουν. Αλλά, εντάξει, δεν υπάρχει πρόβλημα, έτσι είναι παντού. […] Στην Κυψέλη είναι εντάξει τα πράγματα, ζουν πολλοί Αφρικανοί εδώ, η Κυψέλη έχει πολλές εθνικότητες, είναι μεικτή.
 (συνέντευξη του C. από τη Νιγηρία στην ΟΠΙΚ, 10.12.2014)

Ρατσισμός στα πρώτα χρόνια του σχολείου 

[…] όχι Έλληνες οι πρώτες φιλίες. Δεν ήταν Έλληνες. Στο δημοτικό μάλιστα είχαμε μεγάλο θέμα. Με αντιμετωπίζανε πολύ… δηλαδή έλεγε ο δάσκαλος: «σήμερα Ν. θα κάτσεις εσύ με την Α. Και δεν θέλανε να καθίσουν μαζί μου. Για κάποιο λόγο. Ε, εντάξει, υπήρχανε κάποιοι που σου μιλάγανε κτλ. αλλά όχι ότι ήμασταν φίλοι. […] Έπαιζα βέβαια εκεί με τα κορίτσια, παίζαμε σχοινάκια, το ένα, το άλλο, αλλά… Μάλιστα η τωρινή κολλητή μου, ήταν, τότε, δεν μ΄ έκανε ποτέ παρέα, τώρα το λέει αυτό και…
 (συνέντευξη της Α. από την Αλβανία στην ΟΠΙΚ, 20.10.2013)

Φόβος και στη γειτονιά

Τώρα με Χρυσή Αυγή ψιλοαγχωνόμουνα, φοβόμουνα… Επειδή είμαι και μελαχρινός… Αλλά τους συνάντησα μια φορά στη Φυλής […] Και φωνάζανε: «Όλοι οι ξένοι έξω» και «Θα τους γαμήσουμε όλους» και τέτοια. […] περάσανε από δίπλα μου και δεν μου είπανε τίποτα. Μάλλον δεν με πήρανε για ξένο […] τότε φοβήθηκα πολύ. […] Και είχα άγχος.
 (συνέντευξη του Κ. από τη Ρουμανία στην ΟΠΙΚ, 01.07.2013)

Οι «Άλλοι» είναι σαν και εμάς;

Κοίτα… έχω φίλη Αλβανίδα. Η οποία όμως… τι γίνεται; Είναι από την καλή πάστα των Αλβανών. Της οικογένειας, της θαλπωρής, τη δουλειά μου, το σπίτι μου, το σύζυγό μου, το παιδί μου, με χριστιανικές πεποιθήσεις, χριστιανοί ορθόδοξοι, και είναι σούπερ, είναι όπως είμαστε εμείς.
 (συνέντευξη της Π.Μ. από την Πελοπόννησο στην ΟΠΙΚ, 15.02.2012)

Δυσκολία επικοινωνίας

[…] πλέον είχαν έρθει και όλοι οι αλλοδαποί και είχε πλέον αρχίσει να υποβαθμίζεται η Κυψέλη και δεν την ήθελα καθόλου. Και δεν είναι το θέμα ότι υποβαθμίζεται, δεν είναι αυτό… είναι ότι δεν έχεις πλέον επίπεδο επικοινωνίας. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις… όχι κατώτερα στρώματα οικονομικά, μιλάω για τρόπους συμπεριφοράς και για τον τρόπο με τον οποίο είναι καλλιεργημένος ο κάθε άνθρωπος… το πνευματικό του επίπεδο, οι ορίζοντές του, δεν μπορείς να συζητήσεις σαφέστατα.
 (συνέντευξη της Π.Μ. από την Πελοπόννησο στην ΟΠΙΚ, 15.02.2012)

Παρέα με Έλληνες, λιγότερο με ξένους

Πιο πολύ κάνω παρέα με Έλληνες. Αποφεύγω τους ξένους, δεν ξέρω… Έχω και Αλβανούς φίλους που μεγαλώσαμε εδώ… Παρόλο που ήμουνα πολύ ρατσιστής με αυτούς… Με είχαν ενοχλήσει στη δουλειά […] Γι’ αυτό είχα γίνει πολύ ρατσιστής. Δεν μπορούσα να τους δω μπροστά μου. Τώρα, τελευταία χρόνια, έχω παρέες που έχουνε μεγαλώσει εδώ, που σπουδάζανε εδώ, και είναι από Αλβανία. Αλλά, τα πάω πολύ καλά μαζί τους.
 (συνέντευξη του Κ. από τη Ρουμανία στην ΟΠΙΚ, 01.07.2013)


Διαπραγματεύσεις της ταυτότητας μέσα από τη μεταναστευτική διαδικασία

 Δύο ονόματα, δύο «ταυτότητες»

Τα ‘χω κάπως στο μυαλό μου ότι τα δύο ονόματά μου αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Το Α. συμβολίζει λίγο την παιδική μου ηλικία, δηλαδή το κομμάτι στην Αλβανία, το όταν ήρθα εδώ. Γενικά μπορώ να πω λίγο το πιο αθώο κομμάτι μου. Και το Μ. είναι λίγο το πιο, το μεγάλο, το πιο ώριμο, κάπως έτσι το ‘χω στο μυαλό μου. Παρόλο που τα δηλώνω και τα δύο είναι νομίζω διαφορετικά πράγματα […]

Και θα ‘θελα πάρα πολύ κάποια στιγμή να γίνουν ένα. Αλλά δεν ξέρω. Είναι μια μάχη με τον εαυτό σου που λένε.

 (συνέντευξη της Α. από την Αλβανία στην ΟΠΙΚ, 20.10.2013)

«Ξένος» στην χώρα προέλευσης

[Στην Ελλάδα] αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, σαν στο χωριό μου, κατάλαβες; Πίστεψέ με, τώρα που πάω Ρουμανία, αισθάνομαι ξένος. Μετά από τόσα χρόνια είμαι ξένος […] Όταν πάω Ρουμανία, μου λείπει η Ελλάδα. Όταν έρχομαι Ελλάδα, μου λείπει η Ρουμανία. Ε, έτσι είναι τώρα, δεν ξέρω… Μπορώ να πω είμαι μισός-μισός, δεν ξέρω.
 (συνέντευξη του Κ. από τη Ρουμανία στην ΟΠΙΚ, 01.07.2013)

Πώς ορίζεται τελικά ο/η «μετανάστης/μετανάστρια»;

Όχι δεν νιώθω μετανάστρια, δεν νιώθω μετανάστρια. Πάντως όταν ακούω τη λέξη μετανάστης ή μου λένε ότι αυτός είναι μετανάστης, νιώθω μια συμπόνια, νιώθω μια αλληλεγγύη, παρόλο που λέω ότι δεν νιώθω μετανάστης γιατί δεν ήταν κάτι που το επέλεξα εγώ έτσι; Οι γονείς μου, ναι, είναι μετανάστες. […] Για εμένα, μετανάστης είναι αυτός που έφυγε από τη χώρα του, αναγκάστηκε ας πούμε να φύγει, το είδε σαν καλύτερη επιλογή, και νοσταλγεί τις εποχές εκείνες.
 (συνέντευξη της Α. από την Αλβανία στην ΟΠΙΚ, 20.10.2013)