Η Απελευθέρωση – συναισθήματα άκρατου ενθουσιασμού

Κατεβαίναμε τότε, γυρνάγαμε όλη την Αθήνα. Υπήρχε ενθουσιασμός. Θυμάμαι τον κουρέα της γειτονιάς, ο Γαλανός, που βρήκε ένα ντουφέκι και πανηγύριζε.
 (Συνέντευξη Α.Α., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 20/5/14).
Βγήκαν στους δρόμους ‘σκαστά’ ακόμη και κορίτσια που βρίσκονταν πάντα υπό επιτήρηση:
Θυμάμαι ότι είχα βγει εγώ στο δρόμο και συνάντησα τη μητέρα μου, η οποία είχε βγει για να μας ψάξει … φοβόμασταν μη μας δει ότι είχαμε ξεπορτίσει.
 (Συνέντευξη Α. Χ., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 9/5/14)
Επίσης αρκετοί θυμούνται την ομιλία του Γ. Παπανδρέου και την περίφημη ρήση του «πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν». Ο ενθουσιασμός ήταν καθολικός και όλοι ήταν ανυποψίαστοι για τη συνέχεια:
Μόλις μάθαμε ότι φεύγουν οι γερμανοί είχα κατέβει στην πλατεία Κοραή που γινόταν ένα μεγάλο συλλαλητήριο και με παρελάσεις και με τον έναν πάνω στις πλάτες του αλλουνού … χειροκροτήματα, ζητωκραυγές υπέρ και των Άγγλων, υπέρ και των Ελλήνων, υπέρ των ενόπλων δυνάμεων, υπέρ των ανταρτών, υπέρ όλου του κόσμου»
(Συνέντευξη Ε.Σ, Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 7/6/14).

Ο μοιραίος Δεκέμβρης 1944

Κάποιοι από τους αφηγητές είχαν βρεθεί στα μεγάλα συλλαλητήρια στις 3 και 4 Δεκέμβρη
Ήμουνα στη διαδήλωση της 3/12/1944. Χτυπήσανε στο ψαχνό οι αστυνομικοί από πάνω. Φύγαμε από τα ανθοπωλεία της πλατείας Συντάγματος και βρεθήκαμε στη Ρηγίλλης και ακόμα τρέχω.
(Συνέντευξη Α.Α, Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 20/5/2014).
Μαθαίνουμε επίσης από μια επιστολή που γράφτηκε εκείνες τις μέρες πως την ίδια μέρα έγιναν συμπλοκές μεταξύ των Χιτών και των Ελασιτών σε ένα σπίτι στο Κολωνάκι που είχαν καταλάβει οι Χίτες και πως οι ανταλλαγές πυροβολισμών συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα με επίκεντρο το Θησείο. Το Κολωνάκι ήταν περιχαρακωμένο στρατόπεδο και φρουρείτο διαρκώς από Άγγλους και εθνοφύλακες (επιστολή Σ.).
Υπήρχαν προσκλητήρια στις γειτονιές να κατέβει ο κόσμος. Έτσι έγινε και στον προσφυγικό συνοικισμό Κουντουριώτικα, στις παρυφές του Κολωνακίου:
Γιατί κυρία Ανθούλα δεν αφήνεις την κόρη σου; … Εγώ και η αδερφή μου καθόμασταν πέρα από τα ανθοπωλεία, δεν πήγαμε στο Σύνταγμα δεν φτάσαμε, κόσμος! πλημμύρα. … Έβλεπες κι ερχόσαντε από το Βύρωνα, από το Αιγάλεω … με σημαίες όλοι απ’ όλες τις συνοικίες.» Πρόκειται για τη δεύτερη διαδήλωση που είπαν το “Επέσατε θύματα” και γονάτισε όλος ο κόσμος μπροστά στο Σύνταγμα.
(Συνέντευξη Γ.Ν., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 16/11/14)
Η ίδια αφηγήτρια μας πληροφορεί πως τη συνοικία της είχαν καταλάβει οι Ελασίτες
Πρώτα ήταν οι Ελασίτες που μας κατέβασαν στο κάτω διαμέρισμα και αυτοί ήταν στο δικό μας το σπίτι και είχαν βάλει πολυβόλο προς το Λυκαβηττό. […]
Οι περισσότεροι είχαν φύγει. Φοβήθηκαν κι έφυγαν που ήτανε εκεί οι Ελασίτες. Ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να φύγει, κι όταν μια πολυκατοικία ολόκληρη έπεσε σε ένα σημείο, είχαν βάλει νάρκες οι Ελασίτες και κάτι βάλαν πάνω κι έπεσε ολόκληρη η πολυκατοικία. Τότε φοβηθήκαμε και φύγαμε.
Ένας άλλος αφηγητής συμμετείχε στην υπεράσπιση του Κολωνακίου από τους αντάρτες:
Κρατούσαμε εμείς τη γραμμή στη Γέλωνος, είχαμε μια ομάδα με επικεφαλής τον … διοικητή της φρουράς των Αθηνών που είχανε στείλει από τη Μ. Ανατολή.
(Συνέντευξη Σ.Δ, Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 30/3/14).
Τα Δεκεμβριανά βιώθηκαν τραυματικά από όλους τους εμπλεκόμενους. Ένας αφηγητής που συμμετείχε στην Ταξιαρχία Ρίμινι και ο οποίος είχε λάβει μέρος σε όλες τις μάχες στο πλευρό των συμμάχων γιατί
η Ταξιαρχία όπως ήτανε οργανωμένο κράτος. Η ιδέα όλων μας τότε ήταν ότι συνεχίζαμε το οργανωμένο κράτος. Υπάρχει μια νομιμότης, δεν μπορούσε να διαλυθεί το πράγμα – το υπόλοιπο ήταν μια διάλυσις.
 (Συνέντευξη Δ.Κ., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 1/12/14),
σοκάρεται από το γεγονός ότι αναγκάστηκε να έρθει αντιμέτωπος με παλιούς φίλους και συμπολεμιστές από την Αλβανία:
Ήμασταν στα Χαυτεία … και βλέπω έναν, το Μίμη το Ρώχα, με τον οποίο ήμασταν στην ίδια πυροβολαρχία και στο ίδιο αντίσκηνο και λέω «Μίμη τι κάνεις;» «Τώρα είμαστε λέει αντίπαλοι, εγώ είμαι αντάρτης μου λέει» «Τι λες βρε παιδί μου του λέω». Μετά ρώτησα «ο Δημήτρης Ρώχας λέω είναι απ’ τη Μάνδρα μήπως έχετε μάθει τι έγινε;» λέει «τον σκότωσε η Χωροφυλακή.
Για τον Μίμη Ρώχα μας πληροφορεί ο ίδιος αφηγητής πως «ήτανε στο Υπουργείο Εργασίας και είχε συμβάλει πάρα πολύ στο να μη σταλούν εργάτες στη Γερμανία» Το ίδιο νιώθει και όταν συναντά αιχμάλωτο σε στρατόπεδο τον κουρέα του από το Βύρωνα
Και λέω τι θέλεις εσύ εδώ; λέει μ’ έχουν πιάσει. Και τους έπιαναν αυτούς και τους έστελναν στην Αφρική … Πάω λοιπόν στον επικεφαλής ο οποίος ήταν ένας άσχετος άνθρωπος, επιλοχίας, ο οποίος τον ήξερα ήτανε γυμναστής και τον έβλεπα στο Πανελλήνιο και του λέω Άστον αυτόν. Λέει Να πάρω τον φίλο μου; και τους άφησε αυτός κι έφυγαν.
Έχουμε επίσης μαρτυρίες για τους ελεύθερους σκοπευτές που πυροβολούσαν αδιακρίτως επάνω από τις σκεπές:
Θυμάμαι που βγαίναμε με τη μάνα μου από τη Ρηγίλλης ως αδελφές νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού- εγώ με το χακί ως τραυματιοφορέας- και μας πυροβολούσαν από τις ταράτσες… οι αριστεροί.
(Συνέντευξη Ν.Μ. Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ 5/6/14)
Όλμοι έπεφταν που και που και στο Κολωνάκι με αποτέλεσμα θανάτους αμάχων. “Και η δασκάλα μου η γερμανίδα έτσι σκοτώθηκε … Έπεσε ένας όλμος στην αυλή της» Το ίδιο συνέβη και με τη μητέρα ενός άλλου αφηγητή από μια οβίδα μεγέθους 35 εκατοστών που έπεσε μέσα στο σπίτι και χτύπησε και τραυμάτισε θανάσιμα τη μητέρα του χωρίς ωστόσο να εκραγεί, όπως μαθαίνουμε από την επιστολή που μας εμπιστεύτηκαν.
Έχουμε μαρτυρίες και για τους ομήρους. Στο διαμέρισμα στα Κουντουριώτικα οι Ελασίτες κρατούσαν Άγγλους ομήρους: «τους έπαιρναν τους εγγλέζους στον επάνω όροφο, κι αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη, τους πήγαινε νερό … Και τους έπαιρναν έναν έναν και τους κατεβάζανε κάτω, κι ύστερα, ακούγαμε, την πιστολιά, στο Λυκαβηττό» (Νάσκαρη). Επίσης μας λένε πως οι κομμουνιστές έπαιρναν ομήρους ανθρώπους που «δεν είχαν καμία ανάμιξη». Πήραν όμηρο τον Α. Εμπειρίκο, ο οποίος έμενε απέναντι από το σπίτι μιας αφηγήτριας στη Ν. Βάμβα:
Τον είχαν μαζέψει τζάμπα και βερεσέ γιατί ήταν γυιός του εφοπλιστή Εμπειρίκου και ήταν δεξιός … και δεν ήταν βέβαια ο Αντρέας … ήταν πολύ αριστερός εκείνη την εποχή.
(Συνέντευξη Ν.Μ., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 5/6/2014)
Η δυσκολία στις μετακινήσεις λόγω των πυροβολισμών, τα ερείπια και τα οδοφράγματα και η εύρεση τροφίμων και νερού ήταν μεγάλο πρόβλημα:
Πήραμε ένα χαλί, το πήρε ο μπαμπάς και το παλτό του, τίποτε άλλο και πήγαμε εκεί, αλλά δεν μπορούσαμε γιατί είχε πέσει η πολυκατοικία και σκαρφαλώναμε σίδερα ήτανε αυτό και σκοτωμένοι βέβαια ήτανε και τρομάξαμε να βγούμε … στην αντίπερα μεριά να φύγουμε.
(Συνέντευξη Γ.Ν., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 16/11/2014)
Επειδή δεν υπήρχε νερό, πηγαίνανε ή στο βασιλικό κήπο στην πηγή που είναι στην αρχή μπαίνοντας μέσα από τη Β. Σοφίας ή κοντά εκεί που είναι τώρα το Βυζαντινό μουσείο, εκεί υπήρχε άλλη μία βρύση στην οποία βρίσκαμε νερό και παίρναμε. Επίσης αν μπορούσαμε να βρούμε τίποτα τρόφιμα εκεί γύρω κοντά.
(Συνέντευξη Ε.Σ., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 7/6/2014)
Οι καταστροφές και το πλιάτσικο
Η Αθήνα ήτανε … μια εικόνα τρισάθλια, γκρεμισμένα τα σπίτια, καμένα, ήτανε μη τα ρωτάτε, σα να είχε βομβαρδιστεί η Αθήνα» (Μουλάς)
Το σπίτι στο οποίον … γεννήθηκα το ανατίναξαν στην Αγίου Κωνσταντίνου κι έμεινε μόνο ένα χρηματοκιβώτιο να κρέμεται έξω
Είχαν έρθει Ελασίτες και ύστερα ήρθαν Άγγλοι και ύστερα έγινε πλιάτσικο. Δε βρήκαμε τίποτε ύστερα στο σπίτι μας. Απολύτως τίποτα.
 Τα θύματα πολλά και οι ταφές πολύ δύσκολες
Στα δεκεμβριανά είχαν γίνει πολλά εγκλήματα και πολλοί είχαν ταφεί στα πεζοδρόμια. Αν κάνεις μια βόλτα στα Εξάρχεια προς την Λ. Αλεξάνδρας είναι ο ναός του Αγ. Βασιλείου. Τα πεζοδρόμια γύρω γύρω από το ναό ήταν σκαμμένα και ήταν όλο τάφοι. Πού να τους θάψεις στα δεκεμβριανά … Περνούσες στο δρόμο και τα πεζοδρόμια ήταν σκαμμένα, με πρόχειρους σταυρούς, τάφοι…
(Συνέντευξη Ε.Φ., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 31/5/2014)
Μαθαίνουμε από την επιστολή:
Τραγωδία το ζήτημα της ταφής. Αδύνατος είναι η μεταφορά της στο Νεκροταφείον. Η πολιτεία των νεκρών έχει γίνει ένα από τα πεδία των πιο σκληρών μαχών. … Όλους τους νεκρούς του «Ευαγγελισμού» και της περιφερείας του Κολωνακιού τους μαζεύουν σε κάρρα και σε φορτηγά αυτοκίνητα και τους ρίχνουν σ’ έναν κοινό λάκκο στο Βασιλικό Κήπο. Άνω των πεντακοσίων έχουν ενταφιάσει έτσι.

Ο εμφύλιος

Με την έναρξη του εμφυλίου μαθαίνουμε πως έγινε επιστράτευση στους φοιτητές του Πολυτεχνείου. Μια αφηγήτρια μας λέει για τον σύζυγό της «τον κόψανε απ’ το Πολυτεχνείο και πήγε φαντάρος τρία χρόνια» (Τ. Β.) ενώ ένας άλλος, επίσης φοιτητής Πολυτεχνείου, μας λέει: «ο συνάδελφός μου επιστρατεύθει, στην πρώτη τάξη μόλις είχαμε μπει και σκοτώθηκε» (Σ.Δ).
Ένας τρίτος αφηγητής που είχε λάβει μέρος στα Δεκεμβριανά πολεμώντας με την Ταξιαρχία Ρίμινι, διέφυγε μετά τα γεγονότα στην Αγγλία και αρνήθηκε την επιστράτευση: «μου έγραψαν ότι πρέπει να κληθώ να πάω να λάβω μέρος εγώ δεν πήγα και δεν πήγα γιατί λόγω ότι δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα να πολεμήσω εναντίον Ελλήνων».
Η αδελφή της αφηγήτριας που είχε καταλάβει ο ΕΛΑΣ το διαμέρισμά τους υποβάλλεται σε συνεχείς ανακρίσεις από την Ασφάλεια: «επειδή πήγαινε και η αδελφή μου… τους έδινε νερό, νεράκι είχαμε φασαρίες, ερχότανε η Ασφάλεια … ερχόσαντε και παίρνανε την αδελφή μου στην Ασφάλεια να την ανακρίνουν…  εκείνη ήταν μικρό κορίτσι».
Ένας άλλος αφηγητής μας λέει για την ασφάλεια μέσα στα Πανεπιστήμια
Είχε πρώτα πρώτα το λεγόμενο φοιτητικό τμήμα υπήρχε ειδική υπηρεσία ειδική υπηρεσία αστυνομικός για τους φοιτητές για τα πανεπιστήμια, οι οποίοι παρακολουθούσανε σε κάθε αίθουσα είχε τουλάχιστον έναν μέσα.
Η συνεννόηση των οργανωμένων αριστερών φοιτητών γινόταν με απόλυτη μυστικότητα και συνωμοτικό τρόπο:
δύο δύο μόνο συνεργαζόντουσαν μόνο δύο δύο και κανένας απ’ τους δύο δεν ήξερε το όνομα του αλλουνού, μιλάμε για πλήρη συνωμοσία.
Τέλος μαθαίνουμε για τη φιλοξενία παιδιών από την παραμεθόριο σε επιταγμένα σχολεία:
Επειδή οι κομμουνιστές είχαν πάρει στο σιδηρούν παραπέτασμα πολλά παιδιά και μεγάλους, είχε η Φρειδερίκη ένα σχέδιο να κατεβάσουμε στην Αθήνα όσο πιο πολλά παιδιά από την παραμεθόριο και είχαν επιταχθεί προς τούτο πολλά σχολεία. … Δεν είχαν πώς να περάσουν την ώρα τους. Θα ήταν καλό αν μπορούσε κάποιος να τους παίξει κινηματόγραφο. Πληροφορήθηκα λοιπόν ότι υπήρχε μια κινηματογραφική μηχανή 16 mm στην ελληνοαμερικανική ένωση … Τους απευθύνθηκα … με εκπαίδευσαν και πήγαινα στα σχολεία και τους έπαιζα Μίκυ Μάους, ντοκιμαντέρ..
(Συνέντευξη Ε.Φ., Ομάδα Δεκαετία 40, ΟΠΙΚΟ, 31/5/2014)