Οι αφηγητές μας, όλοι κάτοικοι του -τότε- Κολωνακίου, θυμούνται:
Η ζωή στο Κολωνάκι, πριν τον πόλεμο, ήταν ομαλή. Περνούσαν οι πραματευτάδες με πανέρια στα γαϊδουράκια, γεμάτα λαχανικά, ψάρια και φρούτα […]
Τα σπίτια ήταν πάντοτε ωραία και τα περισσότερα ήταν διώροφα ή τριώροφα. Ένα ωραίο σπίτι ήταν του Ράλλη, ένα άλλο του Παπαδημητρίου, στη Σκουφά.
Τότε, δεν υπήρχαν τότε πολλές πολυκατοικίες στην Αθήνα και οι πρώτες που κτίστηκαν ήταν στο Κολωνάκι. Όλες πολύ καλής κατασκευής. “Το να καθίσει κανείς σε πολυκατοικία ήταν πολυτέλεια”. “Ο τάδε κάθεται σε πολυκατοικία! Είναι διαμέρισμα, δεν είναι  σπίτι…” έλεγαν με κάποια δόση φθόνου.
Στο κέντρο του Κολωνακίου ζούσαν κυρίως ευκατάστατοι Αθηναίοι, αλλά στις παρυφές του, προς τη Δεξαμενή και το Λυκαβηττό, κατοικούσαν μικροαστοί και κάποιοι φτωχοί. Μετά τη Δεινοκράτους και τη Ξενοκράτους κάποια φτωχικά σπίτια επέζησαν μέχρι και τη δεκαετία του 1980.
Στο σημερινό περιφερειακό του Λυκαβηττού, το 1922, φιλοξενήθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, αρχικά σε παράγκες και μετά σε νεόδμητες πολυκατοικίες. Ήταν τα επονομαζόμενα “Προσφυγικά Στέγη Πατρίδος”.
Φτωχικά σπίτια υπήρχαν και στο κέντρο του Κολωνακίου. “Στην Αλωπεκής, υπήρχαν τρία ή τέσσερα πολύ μικρά φτωχικά σπιτάκια, που έκανες έτσι και έβλεπες μέσα. Εκεί έμεναν άνθρωποι που δεν είχαν μεγάλο εισόδημα“. Κάποιος φοιτητής τότε, ένοικος εκεί, εξιστορεί: “Στην Αλωπεκής 43, οι φτωχοί νοίκιαζαν το πολύ ένα δωμάτιο με κουζίνα, τις περισσότερες φορές το μπάνιο ήταν εξωτερικό...”

Κάτοικοι

Στο Κολωνάκι έμεναν ή δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά διάφοροι επώνυμοι, πολιτικοί, άνθρωποι των γραμμάτων και καλλιτέχνες.
Στην Πατρ. Ιωακείμ έμενε ο Γιάννης Ράλλης, ο πρωθυπουργός, και ο Ροδόπουλος, ο λογοτέχνης Καραγάτσης,  ο Διαμαντόπουλος. Στην Πλουτάρχου κατοικούσαν αρκετές οικογένειες γνωστών Αθηναίων, όπως του μουσικοσυνθέτη Πετρίδη, του Ραγκαβή, του Φωτιάδη, του Φραγκιά, του Αραβαντινού, του Κοσμετάτου και του Τενεκίδη.
Στο Κολωνάκι, επίσης, είχαν τις σχολές τους η Ματέυ και η Πράτσικα.

Μαγαζιά

Το Κολωνάκι τη δεκαετία του ’40 δεν ήταν τόπος να ψωνίσει κανείς. Οι κυρίες πήγαιναν προς την Ερμού για ψώνια“.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, υπήρχαν κάποια μαγαζιά σε δρόμους γύρω από την πλατεία. Συγκεκριμένα στο πρώτο τετράγωνο της Πατριάρχου Ιωακείμ βρισκόταν το μαγαζί του “Μαράσογλου” με είδη κιγκαλερίας και του “Ράπτη” το γαλατάδικο, που μοίραζε και γάλα στα σπίτια. Βέβαια οι τελευταίοι πελάτες από το πολύ νέρωμα έπιναν … νερό!

Επίσης, υπήρχε ένα μανάβικο και  ένα μεγάλο χασάπικο και. ίσως είναι αυτό που κάποιος αγηφητής μας  το θυμάται με το όνομα  “Βλαχοπούλα” και το οποίο άλλαζε συνεχώς ιδιοκτήτες, άλλοτε ήταν μανάβικο, ή μπακάλικο και αργότερα για πάρα πολύ καιρό  ζαχαροπλαστείο με το  όνομα  “Ελληνικόν”.

Ακόμα στην Π. Ιωακείμ  υπήρχε το φαρμακείο του “Μαλλούτα”, μια ΕΒΓΑ και το καφεκοπτείο του Μισεγιάννη. Από κάτω, στην Καψάλη υπήρχε άλλο μανάβικο και μπακάλικο. Στην οδό Πλουτάρχου υπήρχε ένας φούρνος.

Τα μαγαζιά αυτά, βέβαια, στην Κατοχή δεν είχανε και μεγάλη κίνηση, πάντως λειτουργούσανε. Απέναντι, από την άλλη μεριά της πλατείας Κολωνακίου, ήταν το καφενείο το “Βυζάντιο”. Εκεί υπήρχαν και ναργιλέδες μέσα και μπιλιάρδο και παίζαμε.

 Στην αρχή της οδού Κανάρη αριστερά  ήταν του “Μπόκολα” το ζαχαροπλαστείο, που έφτιαχνε υπέροχους  λουκουμάδες και τα φαρμακείο του “Βυζά” και του “Βαμβούλη”. Στη γωνία ήταν το “Delicie”.
Στη Σκουφά ήταν ένα μεγάλο παντοπωλείο, χασάπικο, μανάβικο των αδερφών “Καβρουλάκου” και στην αρχή της Σκουφά  βρισκόταν  ο “Γερμανικός φούρνος”, που πήγαιναν και φαγητά για ψήσιμο. Στη γωνία ήταν και ο “Δαλέζιος” με τα ψιλικά. Στον ίδιο δρόμο υπήρχε και ένα κουρείο. Πιο κάτω, έξω από τη Νομική, απέναντι απ το Πνευματικό Κέντρο, υπήρχε υπαίθριο παζάρι βιβλίων, που το διατηρούσε ο Νότης ο Καραβίας.

Στην περιοχή του Κολωνακίου υπήρχαν και κάποιες ταβέρνες, όπως το “Νοικοκυράκι”, ένα υπόγειο στην Πατριάρχου Ιωακείμ και Πλουτάρχου, κάποια άλλη στην Αχαιού και μια υπόγεια ταβέρνα με ωραίο κρασί στην Ηροδότου. Στις παρυφές του Λυκαβηττού υπήρχε από τότε το εστιατόριο του “Φιλίππου” και “Tο Όμορφο”, «ένα καφέ που πήγαιναν οι οπαδοί μετά τον αγώνα με τον Παναθηναϊκό», αλλά και οικογένειες, ή γκουβερνάντες με μικρά παιδιά.

Στην Ηροδότου υπήρχε ο θερινός κινηματογράφος, το “Σινε-Κολό”,

Η πλατεία Κολωνακίου

Στο κέντρο του Κολωνακίου, υπήρχε εκεί που είναι και σήμερα η πλακοστρωμένη πλατεία του και απέναντι ένας ελεύθερος χώρος σε σχήμα «μπιντέ». Αυτός αργότερα ήταν γεμάτος με καθίσματα από τα μαγαζιά, όπως το Ελληνικόν και του Μπόκολα, «και πηγαίναμε το βράδυ η νεολαία, αλλά και μεγάλοι άνθρωποι, και καθόμασταν και βλεπόμασταν και ήταν πάρα πολύ ωραία!».

Γύρω – γύρω από την πλατεία Κολωνακίου τα παιδιά έπαιζαν και κρυφτό.

Κτήρια

Νοσοκομεία

Τη δεκαετία του 40 στην ευρύτερη περιοχή του Κολωνακίου υπήρχαν αρκετά νοσηλευτικά ιδρύματα.  Ήταν ο Ευαγγελισμός, το ΝΙΜΙΤΣ και από πάνω ήταν το 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Επιπλέον κάποια κτίρια της Μονής Πετράκη είχαν επιταχθεί και έγιναν και αυτά νοσοκομείο.

Εκκλησίες
Οι κάτοικοι του Κολωνακίου εκκλησιάζονταν τότε σε διάφορους ναούς όπως ο ναός της Μονής Πετράκη, ο Αι Γιώργης στο Λυκαβηττό, ο Άγιος Διονύσιος στη Σκουφά, ο Άγιος Νικόλαος στη Β. Σοφίας και στη δυτική πλευρά του Λυκαβηττού ο Άγιος Ισίδωρος, γύρω από τον οποίο υπάρχει αρκετά ευφάνταστη μυθοπλασία, ίσως και ιστορία.. Και φυσικά επισκέπτονταν  στη Στησιχόρου, το παρεκκλήσιο των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, δίπλα στο εντυπωσιακό «Αμαλιείο, το παλιό οικοτροφείο  που κατεδαφίστηκε το 1957.
Άλλο επιβλητικό κτήριο της περιοχής αναφέρεται το Μέγαρο  Πεσμαζόγλου στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας 4, σε σχέδια του Ziller.
Σχολεία
Τα περισσότερα παιδιά των αστικών οικογενειών πηγαίνανε στο σχολείο του Μακρή, που είχε τάξεις Δημοτικού και Γυμνάσιου, αρρένων αρχικά και μετά μεικτές τάξεις. Άλλο ανάλογο σχολείο ήταν το Γερμανικό στον Άγιο Νικόλαο, στα Πευκάκια. Καλό σχολείο ήταν και το Πειραματικό στη Σκουφά. Τα υπόλοιπα πήγαιναν στο 3ο Αρρένων, που ήταν στην Καρνεάδου αρχικά και μετά μεταφέρθηκε απέναντι από το Νοσοκομείο Έλενα. Τα κορίτσια στο 2ο Θηλέων, στο Μαράσλειο.

Κάποιοι δάσκαλοι έχουν αφήσει τα ίχνη τους μέχρι σήμερα στις μνήμες εκείνων των παιδιών:

Στου Μακρή  είχα εξαιρετικούς καθηγητές, είχα τον Ρένο τον Αποστολίδη, είχα τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και είχα, επίσης, έναν απίστευτο φιλόλογο, τον Ιωαννίδη. Εξαιρετικός…[…]

Οι δάσκαλοι στου Μακρή ήταν πολύ καλοί, τους θαύμαζα… κάποιοι άλλοι, όχι. Έχω και μια κακή ανάμνηση από ένα δάσκαλο Μουσικής, τον Βαβαγιάννη, από τον οποίο έφαγα δυο βιτσιές στα χέρια. Θα ήμουν άτακτη βέβαια, αλλά ήταν φοβερό, μεγάλη ντροπή.. Δεν πολυγινόταν τότε να δείρεις ένα κορίτσι…[…]
Τα σχολεία στην Κατοχή είχαν κλείσει  ή είχαν διαλυθεί. Τότε κοιτούσες να επιβιώσεις, το σχολείο ήταν δευτερεύον…
Ένας αφηγητής μας θυμάται:
Η δική μου η τάξη λεγόταν η κόκκινη τάξη, γιατί αργότερα στο Γυμνάσιο ήταν όλοι αριστεροί. Ήταν ο Βίκτωρ ο Μελάς, ο Άρης ο Νικολετόπουλος, ο Κώστας ο Αξελός, ο Άδωνις Κύρου. Είμαστε πέντε και η ομάδα μας λεγόταν Α.Κ.Β.Α.Ν. Ήμασταν οι πρώτοι επονίτες. Ήμασταν όλοι αριστεροί Μας έβαλε μέσα ο Κίτσος ο Μαλτέζος.

Παιχνίδια

Όπως αναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια της Κατοχής τα σχολεία υπολειτουργούσαν, οπότε τα παιδιά είχαν πολύ ελεύθερο χρόνο για παιχνίδια. Συνήθως έπαιζαν στους δρόμους.Το, το εντυπωσιακότερο παιχνίδι ήταν “τραυματίας πολέμου”. «Θυμάμαι πολύ έντονα τα παιδιά, κυρίως τα αγόρια,  στο δρόμο να παίζουν τραυματίας πολέμου. Γιατί αυτό που έβλεπαν όλα τα παιδιά ήταν οι τραυματίες πολέμου…». Έπαιζαν όμως και άλλα παιχνίδια στους δρόμους, κρυφτό, κυνηγητό, μπάλα και μάλιστα μετά την Κατοχή, λόγω φτώχειας, αρκετά παιδιά έπαιζαν στις αλάνες μπάλα με “τόπια”, δηλαδή με πάνινες μπάλες.

Άλλα, ελάχιστα τυχερά παιδιά έπαιζαν με ποδήλατα και πατίνια, δώρα συνήθως εισαγόμενα από το εξωτερικό. μια αφηγήτρια θυμάται με δέος, σήμερα.

Σε όλη την περιοχή δεν υπήρχε μεγάλη κίνηση, θυμάμαι ότι έκανα ποδήλατο χωρίς χέρια, από την Ιωάννου Γενναδίου μέχρι κάτω! Πολύ επικίνδυνο! Εκεί γλύτωσα παρά τρίχα…[…]

Πηγαίναμε μπροστά στον Ευαγγελισμό και κάναμε πατίνια. Βγαίναν όμως από τα παράθυρα, επειδή κάναμε θόρυβο και μας διώχναν… Μια φορα κατεβαίνω στο δρόμο με τα πατίνια, παίρνω την Υψηλάντου, ζουνγκ, ζουνγκ, ζουνγκ… Η Υψηλάντου έχει μια κούρμπα. Όταν  μ’ έπιασε η κούρμπα της καθόδου δεν ήξερα ότι κάνεις “έτσι” για να σταματήσεις. Λοιπόν έφευγα, έφευγα, και βγήκα στη Μονής Πετράκη και έκανα “έτσι”  και σταμάτησα… παρά τρίχα  θα με σκότωνε το φορτηγό, ναι, παρά τρίχα, βέβαια!

Ένα αγόρι, μικρό παιδί τότε αναπολεί σήμερα:

Το Κολωνάκι των παιδικών μου χρόνων εστιάζεται περισσότερο στα παιχνίδια, στην πλατεία Κολωνακίου, στην οδό Τσακάλωφ, όπου γυρνώντας από το σχολείο παραβγαίναμε ο ένας τον άλλο ποιός θα τρέξει πιο γρήγορα. Και τον Εθνικό Κήπο – τότε  τον λέγαμε βασιλικό – τον είχαμε φάει με το κουταλάκι. Μπορώ και θυμάμαι τα διάφορα μέρη του κήπου και πώς τα ονομάζαμε και τι παίζαμε και τι παιχνίδια κάναμε.

Στο Βασιλικό Κήπο υπήρχανε διάφορες μικρές πλατείες, που τα παιδιά τους είχαν δώσει ευφάνταστα επίκαιρα ονόματα, όπως πλατεία Χίτλερ, καθώς εκεί σύχναζαν στην Κατοχή κάποιες Γερμανίδες γκουβερνάντες,  πλατεία Τσώρτσιλ και πλατεία Ρούσβελτ. Κάθε πλατεία είχε τη δική της λεγόμενη  συμμορία, που τις είχαν δώσει διάφορες ονομασίες, όπως αυτές του “Δικεφάλου αετού” ή του “Κουδούνη”.  Στον Κήπο έπαιζαν και τις γκλυσίνες, σε ένα μέρος του κήπου, που είχε μεταλλικές κατασκευές, από τις οποίες πιανόντουσαν και έκαναν διάφορες γυμναστικές. Μετά υπήρχανε και οι λίμνες με τις πάπιες,  «οι οποίες είχανε εξαφανιστεί βέβαια στην Κατοχή».

Ένα άλλο κλασικό παιχνίδι που έπαιζαν στο βασιλικό κήπο ήταν “τα χαρτόνια”,

Χαρτόνια ήτανε τα καπάκια απ’ τα κουτιά των τσιγάρων που μαζεύαμε, κάναμε έναν κύκλο και προσπαθούσαμε σε ομάδες ποιος θα πάρει τα χαρτόνια του αλλουνού. Και κάθε χαρτόνι είχε την δική του αξία, το πιο φτηνό ήταν το Δεκαπέντε, ένα τσιγάρο που κυκλοφορούσε στην Κατοχή, τα πιο ακριβά ήτανε τα Ναυτάκια, που είχανε μείνει από τους Άγγλους, και τα Κρέϊβεν,  υπήρχε και το Φούκας και το Άρωμα. Αυτά ήτανε τα παιχνίδια μας, τότε.

Τα κορίτσια – όσα είχαν την ελευθερία από τους γονείς τους – έπαιζαν μαζί με τα αγόρια στη γειτονιά και στους δρόμους ή στον Κήπο. «Βέβαια τα κορίτσια δεν παίζανε τις ομάδες με  τα χαρτόνια».

Μια κοπελίτσα εκείνης της εποχής αναπολεί με νοσταλγία:

από τα πολύ ωραία πράγματα των παιδικών μου χρόνων ήταν το παιχνίδι στους πρόποδες του Λυκαβηττού, που τότε βέβαια ήταν άκτιστος, όπου με τις πρώτες βροχές έβγαιναν τα κυκλάμενα και οι κρόκοι!.

Τα παιδιά, στον πόλεμο και στην Κατοχή, διασκέδαζαν και στα σπίτια τους, ξεχνώντας για λίγο τις ζοφερές μέρες που περνούσαν, αυτοσχεδιάζοντας διάφορες παραστάσεις με επίκαιρα θέματα.

Κάναμε θέατρο, παίζαμε θέατρο! Ο καθένας είχε ένα μικρό ρόλο. Ήτανε πάντα μία που έπαιζε στο πιάνο και υποτίθεται πως έπεφτε μια μπόμπα και σκοτωνόμασταν όλες, αλλά το ωραίο ήταν ότι αυτή που ήταν στο πιάνο, έπεφτε πάνω στα πλήκτρα κι έκανε έναν ωραίο δυνατό θόρυβο. Κι ήτανε τόσο διασκεδαστικό!  Οι γονείς μου είχαν πάρα πολύ ανησυχήσει, διότι όλα είχαν σχέση με πόλεμο και με βομβαρδισμούς….

Πολλές φορές μετά την Απελευθέρωση, μες την άγνοιά τους, παιδιά του Δημοτικού ακόμα, έπαιζαν πολύ επικίνδυνα παιχνίδια, έπαιζαν με κάλυκες από σφαίρες, αντί με βόλους.

Παίζαμε το μπάζι, βάζαμε τους κάλυκες στη σειρά και με έναν, τη μάνα, τους χτυπάγαμε […]

Όταν φύγανε οι Γερμανοί βρήκαμε ακόμα και γεμάτες σφαίρες και τις αδειάζαμε και παίρναμε το μπαρούτι, ή με ένα κλειδί τις χτυπάγαμε στον τοίχο για να κάνει μπαμ-μπουμ.[…]

Επίσης, θυμάμαι ότι πηγαίναμε και σκαλίζαμε τα γκρεμισμένα από τα Δεκεμβριανά και βρίσκαμε σφαίρες και πράγματα. Δεν σκεφτόμαστε ότι μπορεί να τιναχτούμε!

Στο Κολωνάκι είχανε πέσει και δύο όλμοι, ο ένας στην αρχή της οδού Κανάρη και άλλος επάνω στην πλατεία της Σχιστής Πέτρας.
Βγαίναμε και παρακολουθούσαμε τα αεροπλάνα που πετούσανε και βομβαρδίζανε τα ιταλικά. Πηγαίναμε μετά και βλέπαμε τις τρύπες που είχανε δημιουργηθεί. Δεν είχαμε την αίσθηση του κινδύνου, είχαμε περάσει έναν ολόκληρο πόλεμο και δεν το σκεφτόμασταν. Ο πατέρας μου προσπαθούσε να μας μαζέψει, διότι εκείνος είχε περισσότερη γνώση τι σημαίνει πόλεμος.
Σκανταλιές
 Και ακόμα, σαν όλα τα παιδιά του κόσμου, συνέχιζαν να κάνουν τις δικές τους σκανταλιές και  κατορθώματα «Ωραία ήτανε όταν πειράζαμε τον Φιλίππου και του τραγουδούσαμε “στου Φιλίππου την ταβέρνα έπεσε μια τουφεκιά και ανοίξαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά” και έβγαινε ο γερο-Φιλίππου και μας έβριζε. Στην Ξενοκράτους υπήρχαν δυο γριές στην αρχή προς την Δεξαμενή και φωνάζαμε “ο Χάροντας κράζει, κρα κρα κρά” και έβγαιναν αυτές από πάνω και φώναζαν “χαθείτε από δω βρωμόπαιδα”».

Συγκοινωνίες

 Το Κολωνάκι εξυπηρετούσε το τραμ, που περνούσε από τη Βασιλίσης Σοφίας και το πράσινο λεωφορείο. Επίσης, υπήρχε και το λεωφορείο του Μαρασλείου, που ξεκινούσε από την Ομόνοια, περνούσε από την Κανάρη, την Πατριάρχου Ιωακείμ, και έκανε τέρμα στην αρχή της Δεινοκράτους.

Για τις εκτός Αττικής μετακινήσεις όμως οι συνθήκες με τις συγκοινωνίες ήταν απελπιστικές, Η συγκοινωνία γινόταν με αυτοσχέδια μέσα και η έλλειψη καυσίμων, καθώς και ανταλλακτικών δυσχέραινε την κατάσταση:

Εγώ κάθισα κρεμασμένος από μια αλυσίδα, γιατί το φορτηγό είχε κατεβάσει το πίσω μέρος κι είχε βάλει πράγματα πάνω. Ώσπου να φτάσουμε στην Ελευσίνα είχε χαλάσει δυο φορές κι έπρεπε να σταματήσουμε για να βρει ανταλλακτικά. Για να φτάσουμε στη Σπάρτη μας πήρε μια εβδομάδα. Όταν έφτανε σε ανήφορο σηκωνόμαστε όλοι και σπρώχναμε το αυτοκίνητο να προχωρήσει. Κοιμόμαστε σε χαντάκια πλάι στο δρόμο..